Δευτέρα 30 Απριλίου 2007

Αδιέξοδοι καιροί, ανοχύρωτες πολιτείες (2)

Δυστυχώς, δεν γίνεται αντιληπτό ότι από το 1974 αναπτύσσεται στο βόρειο κομμάτι της πατρίδας μας ένα ξεχωριστό μόρφωμα. Δεν εννοώ μόνο υπό την έννοια ενός μορφώματος που επιθυμεί να αναγνωριστεί ως αυτεξούσια οντότητα, αλλά ως ένας άλλος πολιτισμός που αναπτύσσεται ανεξάρτητα από τις ελεύθερες περιοχές. Τα ίχνη του πολιτισμού μας καταστρέφονται και η ιστορική φυσιογνωμία του τόπου διαστρεβλώνεται. Σε ορίζοντα δύο γενεών, το πληθυσμιακό ισοζύγιο θα έχει αλλάξει εις βάρος μας, με νέα τετελεσμένα να προβάλλουν στον ορίζοντα. Τι κάνουμε για να τα αποτρέψουμε όλα αυτά;

Αποφάσισα, μετά από έντονη αμφιταλάντευση, ότι τον προσωπικό αγώνα θα τον δώσω από αλλού. Και αφού θεωρώ ότι η σιωπή έχει κάνει διαχρονικά κακό σε αυτόν τον τόπο, πιστεύω ότι όλοι οφείλουμε να μιλήσουμε τώρα. Ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του. Να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και μάλιστα, τώρα που το διακύβευμα αιωρείται ακόμα πάνω από τις ζωές των ανθρώπων και τείνει να καταστεί τετελεσμένη μοίρα και όχι εκ των υστέρων, όταν η ετυμηγορία των καιρών καταγραφεί ανέκκλητα στα κιτάπια Ιστορίας.

Πιστεύω ότι και ο τόπος μας ζει σε μια περίοδο μετάβασης. Στην άλλη άκρη του χρονικού τούνελ, μας περιμένουν είτε η διχοτόμηση είτε η συμβίωση σε ένα κοινό κράτος. Το πως θα μας φανερωθεί ο μέλλοντας χρόνος δεν υποτάσσεται σε κάποιον άπιαστο ντετερμινισμό, αλλά εξαρτάται κι από εμάς. Κι αν είναι να μάθουμε κάτι από την Ιστορία μας για να ατενίσουμε το μέλλον, ας είναι το ότι η προσπάθεια επιβολής του ενός επί του άλλου είναι ατελέσφορη και μόνο δεινά μπορεί να επιφέρει στην πατρίδα. Κι ότι μια κοινή μας προσπάθεια είναι ότι απομένει για να απαλλαγούμε από το παρόν που βουλιάζει...

Αποφάσισα να καταθέσω αυτή την αποτίμηση επειδή αρνούμαι να συναινέσω στο σβήσιμο της μνήμης της ιστορικής μας παρουσίας στο βόρειο κομμάτι της πατρίδας μας και να συντελέσω σε άλλη μια χαμένη πατρίδα. Αρνούμαι να συνεχίσω να ανέχομαι μια κυβέρνηση που οδηγεί στα τυφλά τον τόπο και διακυβεύει αψήφιστα τα συμφέροντα του τόπου και, συνακόλουθα, του Έθνους. Αρνούμαι να τελώ σε σιωπηρή απόσυρση, πειθήνιο όργανο ξοφλημένων πολιτικών, την ώρα όμως που η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Αρνούμαι να βαδίσω στις a priori χαμένες μάχες που οδηγούμαστε, μόνο και μόνο για να πέσουμε ηρωικά.

Πιστεύω στη συνείδηση του χρέους. Σε αυτήν που υπαγορεύει στον κάθε πατριώτη να παλεύει με τη στάση ζωής του και με τα όσα πρεσβεύει στη γρήγορη επανένωση της πατρίδας. Πιστεύω σε ανθρώπους της γενιάς μου που μπορούν να ονειρευτούν μέσα από το ζόφο της περιρρέουσας ότι αυτήν την πατρίδα μπορούμε να τη ζήσουμε όλοι μαζί. Πιστεύω ότι οι μάχες μπορούν να κερδηθούν και ότι η γενιά των πατεράδων μας μπορεί να προλάβει να δει την Κύπρο ενωμένη ξανά. Πιστεύω ότι πρέπει να απαλλαγούμε από την παλιά γενιά πολιτικών που διαχειρίστηκαν μέχρι σήμερα το πρόβλημα και ως εξ αυτού του λόγου φέρουν και μέρος της πολιτικής ευθύνης. Δεν πιστεύω σε μια αμιγώς ελληνοκυπριακή Κυπριακή Δημοκρατία.

Η συλλογική νάρκωση στην οποία τελεί η κοινωνία μας και η λήθη που εμπεδώνεται καθημερινά, δεν με αφορά. Απομένει στους ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες αυτού του τόπου να αγωνιστούμε μαζί, όπως μπορούμε, για μια γρήγορη λύση, που θα δώσει ξανά μια προοπτική για την Κύπρο.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2007

Αδιέξοδοι καιροί, ανοχύρωτες πολιτείες (1)

Είναι μήνες τώρα που πολλές σκέψεις με βασανίζουν για το Κυπριακό. Οι μετα-δημοψηφισματικές στρατηγικές επιλογές μας απέτυχαν να συλλάβουν τις παραμέτρους που διαμορφώθηκαν γύρω από αυτό και να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τις σωστές κινήσεις. Η διαπίστωση των αποτυχιών δεν είναι θέμα προσωπικής πολιτικής εκτίμησης. Συνάγεται σαφώς από τη ρητορική που αναπτύχθηκε πριν από κάθε καμπή, και την αναντιστοιχία της με τα αποτελέσματα που επακολούθησαν.

Η προσωπική ανησυχία μετεξελίχθηκε σε διαφωνία. Η διαφωνία αυτή με την εφαρμοζόμενη πολιτική στο Κυπριακό και η αδυναμία μου, λόγω συνειδήσεως, να συνεχίσω να εργάζομαι σε ένα οργανισμό που ως εκ της αποστολής του καλείται να την εφαρμόσει, με οδήγησε στην παραίτηση από τη διπλωματική υπηρεσία.
Η πολιτική που ακολουθείται καταδικάζει την πατρίδα μας στην οριστική διχοτόμηση. Δυστυχώς, η δυναμική επίλυσης του προβλήματος που είχε αναπτυχθεί με την ένταξη μας στην Ε.Ε. και την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας, έχει ακυρωθεί και από τη μονοθεματική στρατηγική μας.

Η θεμελιώδης σκέψη του εγχειρήματος της ένταξης στηριζόταν στο ότι θα δημιουργούσε την αναγκαία δυναμική για ενσωμάτωση της Κύπρου στην ΕΕ και ενίσχυση της κυριαρχίας της, για εφαρμογή του Κοινοτικού δικαίου, με ευεργετικές συνέπειες στο πολιτικό πρόβλημα και, τέλος, για ενίσχυση της πρωτοβουλίας του ευρωπαϊκού παράγοντα στο Κυπριακό. Η πορεία δεν ήταν εύκολη. Η Ελλάδα ξόδεψε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο για να αποτρέψει την υπερίσχυση της αυθαίρετης διασύνδεσης λύσης και ένταξης. Η Κύπρος δεν κατέστη όμηρος των τουρκικών επιδιώξεων και κατόρθωσε να ενταχθεί στην ΕΕ χωρίς προσκόμματα. Σήμερα, βρισκόμαστε σε δυσμενή θέση και σε αναζήτηση έστω και ενός αξιόπιστου συμμάχου. Ακόμα και οι σχέσεις μας με την Ελλάδα έχουν δηλητηριαστεί, έστω κι αν οι διαψεύσεις επιμένουν περί του αντιθέτου. Κι αυτό αποτελεί πολιτική αυτοχειρία...
Η παρουσία της Κύπρου εξαντλείται στη χρησιμοθηρική αντιμετώπιση της ΕΕ για επίτευξη σκοπών χωρίς προοπτική. Αντιμετωπίζουμε την Κοινότητα ως άλλον ένα δικαστικό θεσμό. Η πραγματικότητα μας ξεπερνάει και εδώ. Η Κύπρος αντιμετωπίζει προβλήματα και πιέσεις από τους εταίρους της σε σχέση με την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας και την αναβάθμιση του ψευδοκράτους στο διεθνές πεδίο. Συρόμαστε σε συμβιβασμούς που άλλοτε επιβεβαιώνουν τα αυτονόητα και άλλοτε μας φέρνουν σε δυσχερέστερη θέση. Και γι' αυτή τη διαπίστωση, απτή (και δυστυχώς, όχι μοναδική) απόδειξη είναι τα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2006.

Φοβάμαι ότι αποτύχαμε. Αν η πολιτική είναι όντως η τέχνη του εφικτού αποτελέσματος, η ισχνότητα των επιτευγμάτων δείχνει αναπόδραστα την ανεπάρκεια της σημερινής πολιτικής. Στα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί σοβαρές οπισθοδρομήσεις. Όλη η πολιτική μας προσανατολίζεται στην εφαρμογή του Πρωτοκόλλου, στην απροσδιορίστου περιεχομένου "ομαλοποίηση" και στην λειτουργία τεχνικών επιτροπών σε μελλοντικό χρόνο. Ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της πλευράς μας.

Ένα ακόμα πεδίο όπου υπάρχει σταδιακή αναστροφή του ισοζυγίου είναι το ΕΔΑΔ. Το κεκτημένο των υποθέσεων της Λοϊζίδου και της διακρατικής αποδυναμώνεται. Ο κίνδυνος αναγνώρισης δικαστικών θεσμών στα κατεχόμενα δεν είναι πια δυνητικός, αλλά μια σαφής προοπτική που θα υλοποιηθεί μέσα στα επόμενα χρόνια. Η ενθάρρυνση της υποβολής μαζικών προσφυγών και η ανυπαρξία καθοδήγησης μας οδηγεί στην αχρήστευση ενός ακόμη επιχειρήματος. Συνέπεια κι αυτό του γεγονότος ότι επιθυμούμε να μετατρέψουμε το Κυπριακό σε ένα απέραντο δικαστηριακό τοπίο. Κι όσο εμείς επιμένουμε να βαδίζουμε μέσα στη νύχτα, στα κατεχόμενα κάποιοι χτίζουν και χτίζουν και χτίζουν...

Πού οδηγούμαστε;

Παρασκευή 20 Απριλίου 2007

Γιατί πέθανε ο Patrice Lumumba;

Στις 17 Ιανουαρίου του 1961, ο Patrice Lumumba, πρώτος Πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό εκτελέστηκε από τους συμπατριώτες του, στους οποίους τον είχαν παραδώσει οι Βέλγοι πρώην αποικιοκράτες. Ο Lumumba ήταν εξέχουσα ηγετική μορφή και διακήρυξε με πάθος την αφρικανική ενότητα, την εθνική ανεξαρτησία και την οριστική αποαποικιοποίηση. Το πολιτικό φλερτ του με τους Σοβιετικούς και ο αγώνας του για εθνική αξιοπρέπεια ενάντια στην αποικιοκρατία, τον στοχοποίησαν στα μάτια των δυτικών, που απεργάστηκαν το τέλος του.

Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του, μια ομάδα αποφάσισε να ονομάσει την κεντρική πλατεία της παλιάς Αγλαντζιάς με το όνομα του. Για το σκοπό αυτό, κάρφωσε την επιγραφή «Πλατεία Πατρίς Λουμούμπα», στην ήδη φέρουσα το όνομα του αγωνιστή της ΕΟΚΑ πλατεία Κυριάκου Καραολή. Σε επίπεδο συμβολισμών, το θέμα ήταν ξεκάθαρο: η Αριστερά, πιστή στις διεθνιστικές διακηρύξεις της, είχε ταυτιστεί με τον αφρικανό πατριώτη που δολοφονήθηκε από τις καπιταλιστικές-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Από την άλλη, η εγχώρια Δεξιά, έχοντας επικρατήσει στον αγώνα για την εξουσία, είχε αποδυθεί στην ιδεολογική/πολιτική επικράτησή της μέσα από τους μηχανισμούς της Εκκλησίας, της εκπαίδευσης, των δυνάμεων ασφαλείας και δευτερευόντως της ονοματοδοσίας δρόμων, πλατειών και κτηρίων.

Η πρόσφατη πολιτική ιστορία μας περιέχει κι άλλες, ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, ιστορίες για το πώς οι αντίπαλες παρατάξεις (ιδεολογικά, εθνοτικά ή και τα δύο) συγκρούστηκαν στο νησί μας. Κοιτάζοντας από την ασφαλή απόσταση των 40 και πλέον χρόνων, είμαι βέβαιος ότι η προεξάρχουσα διάσταση τους είναι αυτή ενός περιστατικού που μπορεί να προκαλέσει ένα χαμόγελο.

Η δεύτερη ανάγνωση όμως, με βάζει σε σκέψεις, σε συνδυασμό με μια σειρά άρθρων που έχουν δημοσιευτεί πρόσφατα στον έντυπο Τύπο. Με ορίζοντα τις επόμενες προεδρικές εκλογές, η συλλογιστική τους βασίζεται στη λογική της διαρκούς και αέναης σύγκρουσης δυο παρατάξεων. Στο χωνευτήρι αυτής της σκέψης, μπαίνουν όλα: ποιοι ήταν με ποιους και πότε, με το Μακάριο, στις φασαρίες του ‘63, με το Γρίβα, στο πραξικόπημα, στην εισβολή, με τον Κληρίδη/Βασιλείου /Κυπριανού στην κυβέρνηση, στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, στο «ναι» και «όχι» του δημοψηφίσματος.

Ο λόγος του προβληματισμού μου έγκειται στο γεγονός ότι μέσα στην αφελή απλότητά της, η σκέψη αυτή έχει την ιδιοτέλεια να προσεγγίζει τα μελλοντικά πολιτικά διακυβεύματα με όρους του παρελθόντος. Η εκ των προτέρων προσπάθεια του διαχωρισμού με εννοιολογικά εργαλεία του παρελθόντος είναι καταδικασμένη να δώσει λανθασμένες απαντήσεις, αφού αυτό που θα κριθεί στις επόμενες εκλογές δεν είναι η στάση και οι πεποιθήσεις του καθενός έναντι ιστορικά τετελεσμένων γεγονότων, αλλά η ετοιμότητα του να αντιμετωπίσει τα διλήμματα και τα ζητούμενα της Κύπρου που βαδίζει στον 21ο αιώνα.

Πιστεύω ότι η παρελθοντολογία, η προγονοπληξία, η εμμονή στις πρακτικές και την (α)πολιτική σκέψη της δεκαετίας του ‘60 είναι λόγοι που συνέτειναν στο να δοκιμαστεί αυτός ο τόπος τόσο σκληρά. Το τραγικό είναι ότι, ακόμα και σήμερα, οι φορείς εκείνων των αντιλήψεων είναι στο πολιτικό προσκήνιο και συνεχίζουν να ορίζουν τα πράγματα. Αλήθεια, να μην αντιλαμβάνονται άραγε ότι και οι δικές τους ανεπάρκειες και αστοχίες συνέβαλαν στη σημερινή κατάσταση;

Η μεταπολεμική γενιά μου άκουσε νωρίς το ευαγγέλιο του εθνοτικού μίσους και του εμφύλιου σπαραγμού και ευτυχώς, το προοδευτικό κομμάτι της κουράστηκε γρήγορα από αυτό. Οι παλαιότερες διαμάχες, οι προαιώνιες προσωποπαγείς παρατάξεις και οι φθαρμένοι πολιτικοί μας έχουν κουράσει πριν καν φτάσουν στη δεύτερη παράγραφο του λογυδρίου τους και δεν έχουμε πια καιρό και φαιά ουσία για να σπαταλήσουμε σε ανούσιες κόντρες και ανέξοδες δημοκοπίες, που μας καθηλώνουν σε ένα εύπλαστο παρελθόν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει σήμερα συνειδητοποιημένος 30άρης που θα προστρέξει για χάρη κανενός - να προβεί στην ανάλογη για τα σημερινά δεδομένα ενέργεια - να καρφώσει πινακίδες για να ονοματοδοτήσει μια πλατεία.

Οι παλιές αντιπαλότητες, τα παραδοσιακά-πελατειακά κόμματα και τα στερεότυπα πολιτικής που βιώσαμε έως εδώ, είναι σκουριασμένα, άχρηστα εργαλεία και δεν συγκινούν κανέναν, πέρα από μια κομματοκρατική ελίτ και τους παρατρεχάμενους της. Η συνακόλουθη σκέψη είναι ότι αυτό που η γενιά μας απαιτεί είναι νέους ανθρώπους στην πολιτική, με ιδέες που θα απελευθερώνουν από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και θα απαντούν γενναία τις ερωτήσεις που θέτει το μέλλον. Ανθρώπους μετριοπαθείς, προσανατολισμένους στην επίλυση προβλημάτων μέσα από ορθολογιστικές και αξιοκρατικές διαδικασίες και με έγνοια τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό μας, που δεν ήρθε ακόμη.

Το θέμα συνδέεται ευθέως και πρωτίστως με τις επερχόμενες εκλογές. Αναγνωρίζω ότι οι παράμετροι για την επιλογή ενός υποψηφίου σε αυτές είναι σύνθετοι και πολύπλευροι. Ωστόσο, με τις δύο διαφαινόμενες υποψηφιότητες, η επιλογή με βάση τα πιο πάνω καθίσταται αυτονόητη...

Δευτέρα 16 Απριλίου 2007

Berlin '50 - Λευκωσία '07



Προχθές, είχα την ευκαιρία να πάω στη φωτογραφική έκθεση του Bresson. Οι γνώστες, δηλαδή όχι εγώ, θα υποκλίνονται ήδη ταπεινά στο άκουσμα του ονόματος του διάσημου φωτογράφου. Για τη δύναμη των φωτογραφιών του μπορεί κάποιος να πάρει μια ιδέα, ψάχνοντας κάποια έκδοση ή αναζητώντας τες στο διαδίκτυο.
Αυτή που με συγκίνησε περισσότερο, ίσως γιατί τις τελευταίες μέρες μίλησα με πολύ νέο κόσμο για τη διχοτόμηση, είναι η διπλανή φωτογραφία, με τίτλο (νομίζω) "Το ανατολικό Βερολίνο όπως φαίνεται από το δυτικό", τραβηγμένη κάπου στη δεκαετία του '50.
Οι συνειρμοί είναι προφανείς- ας μη λέμε τα αυτονόητα....

Παρασκευή 13 Απριλίου 2007

(Αριστερές) Μελαγχολίες

(...αντιγραφή από τον Σ.Κ.)

Εδώ, στη μέση της πλατείας έξαλλος θα κραυγάζω !..
Θα ξεσκεπάζω μπρος στα μάτια σας
τα πράγματα που τάχατε δεν ξέρετε,
θα ξεδιπλώνω μπρος στα μούτρα σας τη φρίκη
που δήθεν αγνοείτε και τη βαφτίζετε συκοφαντία,
νοσηρή φαντασίωση ή μελοδραματισμό…

Εξήγηση, Τίτος Πατρίκιος


Με κοίταξε για άλλη μια φορά με εκείνο το βλέμμα, βρέχοντας με, με ένα ωκεανό δυσπιστίας. Ίσως να σκεφτόταν ήδη ότι ήμουν yet another ψευτοκουλτουριάρης που απλά πετάει αριστερίστικα τσιτάτα, που ούτε καν γνωρίζει από που είναι και γιατί γράφτηκαν. Τα γαλόνια από τον καιρό της Προοδευτικής βάραιναν στους ώμους του κι εγώ δεν είχα καμιά ιδεολογική ουλή για να αποδείξω ότι ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης. Δεν πρόκειται να ψηφίσω ποτέ δεξιό, μου πέταξε στα μούτρα.

Δεν τον αδικούσα - κι εξάλλου ποιος είμαι εγώ που θα τον κρίνω και στην τελική ποιος ξέρει σε αυτή την τρανσέξουαλ εποχή ποιος είναι αριστεροδέξιος; Τον τελευταίο καιρό τον έβλεπα να δυσανασχετεί με τις ειδήσεις που τον χαστούκιζαν. Έβλεπε τα αδιέξοδα, το αραίωμα των επαφών με τους τουρκοκύπριους, τα μισόλογα και την ολοκληρωτική μεταστροφή του κλίματος, δύσκολα τον έπειθαν πλέον οι άνωθεν γραμμές, οι ανακόλουθες ερμηνείες, εγκλωβισμένος και αυτός όπως χιλάδες τόσοι ανάμεσα σε ιδέες, συλλογικότητες, κομματικές ταυτότητες και πειθαρχίες, μα περισσότερο από όλα, εγκλωβισμένος στις σιωπές. Είναι πολλά που δεν τα καταλαβαίνεις, μα δεν πειράζει, έχουμε χρόνο με καθησύχαζε.

Όχι, δεν έχουμε, δεν με καταλαβαίνεις, ο χρόνος όλος δεν φθάνει για να διαβάσει κανείς όλα τα βιβλία, να αγωνιστεί όλους τους αγώνες, να ελπίσει όλες τις ελπίδες, να ιστορίσει όλες τις ιστορίες, θα έρθει η στιγμή που δεν θα έχει αύριο, μ’ ακούς, ξέχνα τον Λένιν, τον Μπρεχτ, τον Τρότσκι, άσε τον Τσε, τον Μαρξ, τον Ιονέσκο, κι αυτοί έφθασε η στιγμή που ένιωσαν την ματαιότητα, ίσως τότε να αντάλλασσαν όλα τα τσιτάτα τους, όλους τους αγώνες για ένα ακόμη φιλί, μια ακόμη προσπάθεια, ίσως και όχι, είναι περίεργο το μυαλό των ανθρώπων, δε σκέφτονται όλοι όπως εγώ, κι είναι καλύτερα έτσι, μα ξέρω ότι έχω δίκιο, κάθε τραγούδι έχει άλλο στίχο, μα όλα λένε το ίδιο πράγμα, ότι δεν αξίζει να τα ακούς μόνος σου, άσε τις εμμονές σου που σε κρατούν καθηλωμένο, την εξουσία και την προστυχιά της που σε εκπορνεύει, σ’ αυτό τον τόπο τώρα, σ’ αυτόν τον κόσμο για πάντα, δύο θα είναι οι καταστάσεις, η πρόοδος και η συντήρηση, αυτοί που κάνουν τον κόσμο να προχωράει μπροστά και ονειρεύονται δυνατά κι αυτοί που υποτάσονται στην οπισθοδρόμηση και προσκυνούν στους ναούς του πειθήνιου ερέβους, μα εσύ εξακολουθείς να με κοιτάς δύσπιστα και δεν ξέρεις κι ούτε μπορείς να βρεις τα λόγια για να μου πεις κάτι σάφες και καθαρό, τώρα που πλησιάζει ο καιρός κι η ιστορία σου μιλάει αλλιώς, και όλα τα διλήμματα σου συμπυκνώνονται σε ένα, τώρα που δεν θα σου συχωρεθουν άλλες αναβολές και υπεκφυγές και είναι εσύ που πρέπει πια να διαλέξεις, γιατί το ξέρεις πια καλά πως το αύριο δεν έρχεται πάντοτε....

Σάββατο 7 Απριλίου 2007

Κράτος γερόντων

«Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα
από αναντικατάστατους»
Σαρλ ντε Γκωλ

Με τους συνομήλικους μου το θέμα επανέρχεται όλο και συχνότερα στις πυρετώδεις συζητήσεις. Αυτή η κοινωνία, είναι μια κοινωνία γερόντων. Πρόεδροι, αντιπρόεδροι, κομματάρχες, υπουργοί. Στη δουλειά, στην αγορά, στα γραφεία, στο Δημόσιο. Όλα ελέγχονται και κατέχονται από ανθρώπους που ήδη θα έπρεπε να είχαν αποσυρθεί σε μια εξοχική κατοικία και να φροντίζουν τον κήπο τους. Κι ασφυκτιούμε…

Δυστυχώς, όλοι αυτοί θεωρούν εαυτούς αναντικατάστατους ή το χειρότερο ακόμα, τους θεωρούν οι ασκούντες την εξουσία (πολιτική και οικονομική) ως τέτοιους. Για αυτό και συνεχίζουν να ανακυκλώνονται στις σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές θέσεις. Σε συνδυασμό με τα κουμπαριλίκια, τις παλαιές φιλίες, τα κομματικά κοσκινίσματα και την ανταπόδοση παλαιών οφειλών, οι «άξιοι» να τοποθετηθούν σε κάποια αξίωμα περιορίζονται δραστικά σε ένα μικρό κατάλογο ανθρώπων. Ο μέσος όρος ηλικίας των ανώτατων αξιωματούχων αυτού του κράτους ακροβατεί ανάμεσα στα δεύτερα και τρίτα –ήντα.

Από την άλλη, οι νέοι άνθρωποι. Με σπουδές, εμπειρίες στο εξωτερικό, ανοιχτό πνεύμα. Έτοιμοι να μπουν στην παραγωγική διαδικασία και να διεκδικήσουν παράλληλα να έχουν λόγο στα πολιτικά δρώμενα. Κι όπως δείχνει και η πρακτική είτε αποκλείονται από το κλειστό κύκλωμα των γερόντων είτε αναγκάζονται να το υπηρετήσουν για να μπορέσουν κάποια μέρα, στα δικά τους –ήντα, να εξαργυρώσουν την υποταγή με μια ανάλογη θέση.

Είμαστε μια κοινωνία σε μαρασμό, αμετάβλητα ταξική, με μια κάστα ανθρώπων να διαφεντεύουν τις τύχες αυτού του τόπου. Η προσδοκία για πρόοδο και αλλαγή δεν ευοδώνεται ποτέ αφού συναντά την αντίδραση ή την αδιαφορία. Οι νέες ιδέες και αντιλήψεις δύσκολα περνούν και συχνά μεταλλάσσονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υπηρετούν και να διαιωνίζουν την καθεστηκυία τάξη. Πιστεύω ότι είναι και αυτό ένα είδος κοινωνικού αποκλεισμού.

Αν συνεχίσουμε με αυτό το ρυθμό, δεν υπάρχουν και πολλά για να αναμένει κάποιος. Με τον καιρό βυθιζόμαστε σε ένα συλλογικό λήθαργο, σε μια μαγική ραστώνη και κάθε προσπάθεια για αλλαγή γίνεται αφόρητα ενοχλητική σε όσους ζουν σε αυτό το κλίμα και για όσους βλέπουν τις προσπάθειες τους να πέφτουν στο κενό. Από την άλλη τα οράματα της νέας γενιάς για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, ζωντανής και δημιουργικής, μαζί με την εναγώνια αναζήτηση ενός διαφορετικού κόσμου παραμένουν το διαρκές- και ανεκπλήρωτο- ζητούμενο για εμάς. Ξαφνικά, θυμάμαι μια αφίσα μιας φοιτητικής ομάδας στο Αριστοτέλειο: «Οι δικές μας ιδέες δεν χωράνε στα δικά τους καλούπια»…

Ο δρόμος μπροστά δεν αφήνει πολλές επιλογές. Μπορείς να ζήσεις σε μια κοινωνία ρινόκερων, όπως στο έργο του Ιονέσκο, αποδεχόμενος να μεταμορφωθείς αργά ή γρήγορα σε τέτοιον ή να προσπαθήσεις με το δικό σου τρόπο, μέσα από συλλογικότητες ή ατομικές δράσεις, να βρεις το ρήγμα και από εκεί να ξεχυθείς με οργή και πόθο στο φως….

Τρίτη 3 Απριλίου 2007

Η Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίω

"Οι ηλίθιοι είναι αήττητοι"
Νίκος Εγγονόπουλος

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Κατ' ακρίβειαν, είναι παντού, όπου και αν γυρίσετε το βλέμμα. Στο δημόσιο, στην αγορά, στις συναναστροφές, στη δουλειά και κυρίως στα κόμματα. Ειδικά για τα τελευταία, ο Ευάγγελος Λεμπέσης έγραφε ήδη από το 1941: "Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατον περισσοτέρας πάσης φύσεως οργανώσεις, εξηγειται πρώτον μεν εκ τις ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ην μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ου και το μισος του κατα του ατόμου και του ατομικισμου), δεύτερον δε εκ του ατομικου ζωώδους πανικου, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, εκ του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εις το παντός ειδους προλεταριάτον".
Ο προσδιορισμός τους δεν είναι θέμα βιολογικής καταβολής και γονιδιακών μεταλλάξεων. Ούτε καν συνέπεια της όποιας ακαδημαϊκής εκπαίδευσής τους. Η βλακεία είναι αταξική! Μάλιστα, σήμερα οι περισσότεροι είναι απόφοιτοι πανεπιστημίων και κάτοχοι λαμπρών μεταπτυχιακών τίτλων, τοποθετημένοι στην κρατική μηχανή σε καίρια πόστα, λεφτάδες ολκής από νεφελώδεις επιχειρηματικές δραστηριότητες και πολυπράγμωνες θαμώνες των τηλεοπτικών πάνελ, όπου, ειρήσθω εν παρόδω, το είδος ευδοκιμεί εν αφθονία.
Μαζί με την ικανότητά τους να αποδομούν με μια απλή κίνηση τα πιο σύνθετα και κοπιώδη έργα των ευφυών, δεν μπορεί παρά να τους αναγνωριστεί και κοινωνικός ρόλος, αφού είναι απαραίτητοι για τις πάσης φύσεως ελίτ, που τους χρησιμοποιούν για να διαιωνίζουν τις εξουσίες τους. Πάρτε για παράδειγμα, ικανό αλλά όχι μοναδικό, αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές όπου ο δημοσιογράφος-παρουσιαστής καλεί έναν πολιτικό. Μακριά από πολιτικές αναλύσεις επιχειρημάτων, με ημερήσια διάταξη παντός καιρού και αφελείς ερωτήσεις "άλλαντάλλων", οι δυο τους ενσαρκώνουν και αποτυπώνουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τα πιο πάνω. Ο βλαξ αναδεικνύει με κολακίες και ερωτήσεις-πάσες το φιλοξενούμενο, προσδοκώντας τη μελλοντική εύνοια ή την εξαργύρωση της "αγιογραφίας" και ο πολιτικός καταφέρνει να αγοράσει τηλεοπτικό χρόνο για να πουλήσει την εικόνα του στους μικροαστούς πιστούς της AGB, μιλώντας ανιαρά και ακατάπαυστα για πρόσωπα και γεγονότα, που προκαλούν πνευματικό black (βλακ) out. Θύμα βέβαια και των δύο, η νοημοσύνη του θεατή που, ταμπουρωμένος στην πολυθρόνα του, βάλλεται πανταχόθεν χωρίς καν να έχει την πολυτέλεια του ζάπινγκ - απλά, στο επόμενο κανάλι τον περιμένουν τα ίδια.

Είναι αναρίθμητοι και λειτουργούν κατά ταυτόσημο τρόπο. Άρα, μπορεί κανείς να έχει άμεση προσβαση σε αυτούς ανά πάσα στιγμή και να ποντάρει όλα τα ευρώ του στο ότι θα επιτελέσουν την ανατεθείσα σε αυτούς αποστολή κατά τον ίδιο τρόπο. Η σημασία τους, λοιπόν, είναι αυτή: αποτελούν την πρώτη ύλη της κοινωνίας μας, το πιο καλολαδωμένο γρανάζι του συστήματος, αφού το δημιουργούν, το στηρίζουν, ζουν από αυτό και το αναπαράγουν.
Γι' αυτό άλλωστε δεν είναι αμετακίνητοι, παρά τις εναλλαγές στην εξουσία; Καημένε Εγγονόπουλε, πόσο συχνά σε σκέφτομαι τελευταία...

Σάββατο 17 Μαρτίου 2007

Το μέλλον απ’ το παρελθόν

«Τα ψεύτικα, τα λόγια τα μεγάλα
μου τα πες με το πρώτο σου το γάλα
μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια...»
Ρεμπέτικο, Ν. Γκάτσος

Τις πρώτες δυο δεκαετίες του 20ου , η Ελλάδα βίωσε με ένταση την πλήρωση και τις ανατροπές των εθνικών στόχων, τα δράματα και τις φυγές προς τα εμπρός. Η εδαφική επέκταση της, η πληθυσμιακή έκρηξη, η Μικρασία κι η προσφυγιά σημάδεψαν το φοβερό το πρόσωπο της Ιστορίας.

Η ιστορική πορεία δεν ήταν χωρίς εντάσεις, πισωγυρίσματα και αδυσώπητες συγκρούσεις πολιτικών, με εξέχουσα αυτή του Βενιζέλου με τον Κωνσταντίνο. Ο εθνικός διχασμός έθεσε τις ρίζες της κατοπινής διάταξης δυνάμεων στην Ελλάδα και προοικονόμησε τον εμφύλιο σπαραγμό 3 δεκαετίες αργότερα.

Η μικρή ιστορική αναδρομή πιο πάνω ίσως να φαίνεται ξεκομμένη από την τρέχουσα επικαιρότητα, που ηδονίζεται στη θέα της κατάρρευσης του μπετόν αρμέ στη Λήδρας, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να βασανιστεί πάνω στο σημαίνον και το σημαινόμενο. Κι όμως, ήταν ο Kierkegaard νομίζω που είπε ότι τη ζωή τη ζούμε ατενίζοντας μπροστά, αλλά την κατανοούμε κοιτάζοντας πίσω.

Έρχεται καιρός που ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του. Να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και μάλιστα, όταν είναι ακόμα καιρός, την ώρα που το διακύβευμα αιωρείται πάνω από τις ζωές των ανθρώπων και τείνει να καταστεί τετελεσμένη μοίρα, και όχι εκ των υστέρων, όταν η ετυμηγορία των καιρών καταγραφεί ανέκκλητα στα κιτάπια Ιστορίας. Έτσι και τώρα, που οι μάντεις σιγούν μπροστά στους οιωνούς, για τα σκοτάδια που σιμώνουν στον ορίζοντα…

Πιστεύω ότι ο τόπος μας ζει σε μια περίοδο μετάβασης. Στην άλλη άκρη του χρονικού τούνελ, μας περιμένουν είτε η διχοτόμηση είτε η συμβίωση σε ένα κοινό κράτος. Γιατί όποιος είναι ευχαριστημένος με τις σημερινές πραγματικότητες, πολύ απλά, υποφέρει από πολιτική μυωπία κι αδυνατεί να δει μπροστά στο χρονικά προβλεπτό ορίζοντα μιας ή δύο, το πολύ, γενεών, όπου μια νέα Κύπρος θα μας περιμένει.

Το πως θα μας φανερωθεί ο μέλλων χρόνος δεν υποτάσσεται σε κάποιον άπιαστο ντετερμινισμό, αλλά εξαρτάται κι από εμάς. Κι αν είναι να μάθουμε κάτι από την Ιστορία μας για να ατενίσουμε με αυτοπεποίθηση μπροστά, ας είναι το ότι η προσπάθεια επιβολής του ενός επί του άλλου είναι ατελέσφορη και μόνο δεινά μπορεί να επιφέρει στην πατρίδα. Κι ότι μια κοινή μας προσπάθεια είναι ότι μας απομένει πια για να απαλλαγούμε από ένα παρόν που βουλιάζει και για να αρθρώσουμε γενναία τα λόγια του μέλλοντος...

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2007

Χιούμορ και Εξουσία

«Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.»

Μιχάλης Κατσαρός, «Θα σας περιμένω»


Στο «Όνομα του Ρόδου», το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο, ο μοναχός-βιβλιοθηκάριος Μαλαχίας είναι ο φύλακας του βιβλίου του Αριστοτέλη «Περί Κωμωδίας». Ο μοναχός, φοβούμενος τη διαβρωτική (κατά την άποψη του) λειτουργία του γέλιου και με μοναδική έγνοια να προστατέψει τη θρησκεία από αυτό, λέει, καταδικάζοντας το: «Το γέλιο είναι άμεσο, μεταδοτικό, εξαιρετικά αποτελεσματικό αφού μπορεί και καταστρέψει ένα ιδεολογικό οικοδόμημα που χτίζεται με πολύ κόπο για να θεμελιώσει μια εξουσία, άρα είναι η πιο επικίνδυνη απ' όλες τις αρετές.»

Από το 1327, χρονολογία που διαδραματίζεται η μυθιστορία του Έκο, τα χρόνια έχουν κυλήσει, τα πρόσωπα έχουν αλλάξει, οι δομές της κοινωνίας έχουν αναδιαρθρωθεί, αλλά αυτό που παραμένει αναλλοίωτη σταθερά είναι η σάπια καρδιά της εξουσίας και η έλλειψη ανεκτικότητας της απέναντι στο χιούμορ. Και αυτό γιατί στην πραγματικότητα κάθε εξουσία τρέμει κάθε τι άγνωστο, καινούργιο ή διαφορετικό. Καμία εξουσία δεν διαθέτει χιούμορ και φαντασία. Πανικοβάλλεται μπροστά σε κάθε καινοτομία που έχει καταγγελτικό ή εξωσυμβατικό λόγο.

Κι όχι τυχαία, αφού κάτω από την επιφανειακή αθωότητα ενός ευφυολογήματος, ενός σατυρικού σχολίου κρύβεται μια κριτική θεώρηση των πραγμάτων, μια διαφορετική φωνή, που εμπεριέχει και μια αυτεπίστροφη λειτουργία σε αυτόν που την αρθρώνει. Ας θυμηθούμε το ανατρεπτικό λαϊκό χιούμορ και όλες τις μορφές αποστασιοποίησης που όλοι μας πετυχαίνουμε ως ένα βαθμό, να βγαίνουμε δηλαδή από τις άμεσες εντυπώσεις μας και να τις βλέπουμε με κριτικό μάτι, έτσι ώστε τα βιώματά μας να είναι συγχρόνως βιώματα αλλοτρίωσης και αποστασιοποίησης από την αλλοτρίωση.

Φυσικά, το χιούμορ δεν έχει καμία σχέση με την απαξίωση και τη γελοιοποίηση που προσιδιάζουν στη χλεύη, αφού η πρόθεση σε αυτή την περίπτωση είναι ιδιοτελής και μειωτική. Ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές μιας κοινωνίας, το χιούμορ παραμένει το τελευταίο όπλο των «από κάτω». Και ιδωμένο από μια άλλη γωνία: «Το κωμικό", γράφει ο Έκο, "από κοινωνική άποψη θα συνεχίζει να προκαλεί διακρίσεις: όποιος σατιρίζει τον εαυτό του ή αποδέχεται τη σάτιρα, θ' αποδεικνύει την κοινωνική του ανωτερότητα, κι όποιος δεν θα μπορεί να επιτρέπει στον εαυτό του αυτή την πολυτέλεια, θα αποκαλύπτει δημόσια την κατωτερότητά του". Όπερ, η ταξικότητα μιας κοινωνίας δεν υπάρχει μόνο όπως την περιέγραψε ο Μαρξ, αφού όποιος κάνει πλάκα βρίσκεται ipso facto απέναντι από την εξουσία, άρα σε μια άλλη κάστα….

Ανακαλώ στη μνήμη τις δηλώσεις των δημοσίων προσώπων, που αναφέρονται στην αναγκαιότητα ελέγχου της εξουσίας και πόσο ευπρόσδεκτο είναι όταν αυτό γίνεται με χιούμορ από δημοσιογράφους, σκιτσογράφους, ακόμα και από τους πολίτες στις καθημερινές τους συναναστροφές. Ευτυχώς, πλέον μπορούμε να ξεχωρίζουμε τις φενάκες και τα παχιά λόγια….

Τελευταία σκέψη για να δέσουν τα πιο πάνω: Από το 1327, λοιπόν, οι θεματοφύλακες της εκάστοτε καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων θέλησαν να ελέγξουν το γέλιο και τη συνακόλουθη απελευθέρωση και απομυθοποίηση της σοβαροφάνειας που αυτό συνεπάγεται. Το ότι αιώνες μετά συνεχίζουμε να γελάμε βροντερά, αποτελεί απόδειξη ότι οι κάθε λογής εντεταλμένοι Μαλαχίες έχουν αποτύχει οικτρά σε κάθε προσπάθεια περιορισμού και επιβολής τους....

Σάββατο 3 Μαρτίου 2007

Στη χώρα της διαστροφής των νοημάτων

«δεν απορώ, ούτε καταλαβαίνω
πως συνεχίζω να υπάρχω μ' όλα αυτά
θέλω να βγω από εδώ μέσα και όμως μένω
σε μια ομίχλη που ναρκώνει την καρδιά»

ΤΡΥΠΕΣ, «Αμνησία»

Η επικαιρότητα φέρνει μερικές διαβολικές συμπτώσεις και σε τέτοιο βαθμό, ορισμένες φορές, που φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους γεγονότα, συνδέονται μεταξύ τους κατά παράδοξο τρόπο.

Η πρώτη είδηση αφορά την πρόσφατη δημοσκόπηση στα κατεχόμενα που έδειξε ότι το 65% του πληθυσμού επιθυμεί λύση δύο κρατών. Η δεύτερη αφορά τις οικονομικές συναλλαγές της Εκκλησίας και την εμπλοκή της στις επιθέσεις και αντεπιθέσεις εξαγοράς των διαφόρων τραπεζών. Και η τρίτη αφορά την απαίτηση της Εκκλησίας να έχει λόγο στο διορισμό του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας.

Εκ πρώτης, οι τρεις πιο πάνω ειδήσεις δεν φαίνεται να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους. Άλλη μια μέρα βαρετής ειδησεογραφίας θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος. Κι όμως, πιστεύω ότι εκεί που συναντιούνται, είναι στον τρόπο που εμφανίζονται οι στρεβλές αντιλήψεις και αντιδράσεις που επικρατούν σε αυτό τον τόπο.

Για την πρώτη είδηση, η αντίδραση ήταν να χρησιμοποιήσουμε τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης ώστε να επιχειρηματολογήσουμε για την έλλειψη πρόθεσης επίλυσης της άλλης πλευράς. Βέβαια, το μπούμερανγκ επιστρέφει αμέσως και για πολλούς λόγους. Μια δημοσκόπηση αποτυπώνει σε μια δεδομένη στιγμή μόνο κάποιες τάσεις. Ανάλογες δημοσκοπήσεις που ευνοούν τις διχοτομικές τάσεις υπάρχουν και για την πλευρά μας. Και τέλος, αντί να προβληματιστούμε για τα βαθύτερα αίτια αυτής της τάσης και να αναζητήσουμε λύσεις, προστρέχουμε να εκμεταλλευθούμε μικροπολιτικά αυτό το αποτέλεσμα. Διαστροφή;

Η δεύτερη είδηση προβληματίζει σε ένα άλλο επίπεδο. Είναι καιρό τώρα που η Εκκλησία επαναλαμβάνει συνεχώς: «Τα του Καίσαρος, τα του Καίσαρος, τα του Καίσαρος», ξεχνώντας φαρισαϊκά «τα του Θεού». Η εικόνα που εκπέμπει είναι μιας απέραντης Α.Ε., που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι οι ισολογισμοί, οι μπίζνες και η κερδοφορία. Η αποκλειστική ενασχόλησή της με τα εγκόσμια και η ανερυθρίαστη ταύτιση της με την απόλυτη έκφραση του καπιταλισμού, δηλαδή τις τράπεζες, προκαλεί αλγεινή εντύπωση στον κάθε νοήμονα άνθρωπο. Κι ακόμα, οι μηχανορραφίες των αρχιεπισκοπικών εκλογών έχουν ήδη λησμονηθεί. Διαστροφή;

Η τρίτη είδηση αφορά τη διαχρονική απαίτηση της Εκκλησίας στα θέματα Παιδείας. Όσοι από εμάς τους αφελείς θεωρούσαμε ότι ζούσαμε σε ένα κοσμικό κράτος, μάλλον έχουμε διαψευσθεί. Οι ορθόδοξοι αγιατολάχ επιμένουν να κάνουν… προσωπικό interview στους υποψηφίους, ώστε να διαπιστώσουν την καταλληλότητα τους για τη θέση. Κι όμως, αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το πώς λειτουργεί ένα συντεταγμένο, ευνομούμενο κράτος. Στην Ευρώπη αυτά τα προβλήματα έχουν λυθεί εδώ και 100-150 χρόνια και εμείς εδώ ακόμα συζητούμε για τα αυτονόητα. Διαστροφή;

Οι τρεις αυτές ειδήσεις είναι ενδεικτικές μόνο. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσαν να βρεθούν πλειάδα αντίστοιχων παραδειγμάτων, που να καταδεικνύουν αυτό που ειπώθηκε στην αρχή, ότι, δηλαδή, η αντίληψη που μας επιβάλλεται για την πραγματικότητα και το πολιτικό γίγνεσθαι οδηγεί σε στρεβλώσεις, στις οποίες εθίζονται οι πολίτες και δεν αντιδρούν. Η άρνηση μας μπροστά στα φαινόμενα είναι μονόδρομος…

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2007

Άτιτλο

Είχα μια γυναίκα πιο δυνατή απο μένα, έτσι

όπως είναι το χορτάρι πιο δυνατό απ' τον ταύρο:

ορθώνεται ξανά.

Έβλεπε πως ήμουνα κακός και μ΄αγαπούσε.

Δε ρώταγε που βγάζει ο δρόμος που ήτανε δικός της

κι ίσως έβγαζε προς τα κάτω.

Σαν το κορμί της μου' δινε έλεγε :

Αυτό είναι όλο. Και το κορμί της γινότανε κορμί μου.

Τώρα δεν είναι πουθενά εδώ πια,

εξαφανίστηκε όπως χάνεται ένα σύννεφο αφού έχει βρέξει.

Την άφησα, κι αυτή έπεσε κάτω,

γιατί αυτός ήτανε ο δικός της δρόμος.......

Μπερτολτ Μπρεχτ
(απόσπασμα απο το "τραγούδι για μια αγαπημένη")

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2007

Εμίρηδες και κακομοίρηδες



«Kαλώς μας ήρθατε στην Kύπρο, αρχόντοι. Tράγοι και μαϊμούδες!»
Γ. Σεφέρης, "Νεόφυτος ο ΄Εγκλειστος Mιλά"

«Πετρέλαια – Γεωτρήσεις – Πολυεθνικές!» Ας το φωνάξουμε, λοιπόν, όλοι μαζί με γνήσιο αγωνιστικό πνεύμα, χτυπώντας παρατεταμένα παλαμάκια! Πορευτήκαμε για χιλιετίες πάνω σε αυτή τη γη, κι ενώ κάτω από τα πόδια μας έρεε άφθονος ο μαύρος χρυσός, εμείς δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Τώρα με τα λεφτά που φαίνονται στον (πολύ) μακρινό ορίζοντα, νομίζουμε ότι μπορούμε να ξεφύγουμε από την κακομοιριά μας.
Ήδη, οι Σαουδάραβες και οι Κουβετιανοί ετοιμάζουν το δικό τους βέτο για να μην μπούμε στον ΟΠΕΚ και οι παγκόσμιες δυνάμεις, εποφθαλμιώντας τον πλούτο μας, τίπτονται και φρίττουν για τις σφαλιάρες που μας έριξαν τον τελευταίο καιρό, εκλιπαρώντας για ένα τοσοδούλι θαλάσσιο οικόπεδο. Όμως, ως λαός που ουδέποτε «περί χρημάτων ποιούμεθα τον αγώνα», θα πρέπει να δούμε και πως θα αλλάξει το μέλλον μας, οι θεσμοί μας , ο τρόπος που θα μας βλέπουν στο εξωτερικό.
Ως πρώτο και ρηξικέλευθο βήμα, καταθέτω πρόταση ενώπιον του κυπριακού λαού για τη δημιουργία της Ανώτατης Πετρελαϊκής Σοσιαλιστικής Κυπριακής Εθνοσυνέλευσης. (ΜΠΣΚΕ). Ο επικεφαλής της όταν θα πηγαίνει στο εξωτερικό θα συνοδεύεται από το Κυπριακό Πετρελαϊκό Πρακτορείο Κατευθυνόμενων Ειδήσεων, το οποίο θα μεταδίδει με πάλλουσα φωνή και φορτισμένη πένα τα ακόλουθα: «Θερμή υποδοχή με λουλούδια επιφύλαξαν στον Πρόεδρο της ΜΠΣΚΕ και την αντιπροσωπεία που τον συνοδεύει κατά την άφιξη του στο αεροδρόμιο. Στο ξενοδοχείο «ΜAO ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΗΓΕΤΗΣ», έγινε δεκτός με χειροκροτήματα από τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου και τους διαμένοντες σε αυτό. Ο Πρόεδρος έμεινε έκπληκτος από τις εκδηλώσεις αγάπης των εργαζομένων στο ξενοδοχείο και συγκινημένος δήλωσε ότι είναι περήφανος γιατί το παγκόσμιο λαϊκό κίνημα αναγνωρίζει την προσφορά του. Για τις εκδηλώσεις των ενοίκων του ξενοδοχείου τόνισε ότι αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι οι αγώνες του λαϊκού κινήματος στη μικρή Κύπρο έχουν φέρει αποτελέσματα και τρέπουν σε φυγή την νέα καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Ελπίζει, συνέχισε, ότι αυτό το γεγονός θα είναι η βάση πάνω στην οποία θα στηριχτεί η επιδιωκόμενη κοινωνική συναίνεση στην Κύπρο, την Κίνα, τον κόσμο και στο τέλος της ημέρας και σε όλους τους άλλους πλανήτες του ηλιακού συστήματος, όπου σύμφωνα με τις καλά ενημερωμένες πληροφορίες της Συμπαντικής Επαγρύπνησης, η νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση προσπαθεί με ύπουλο τρόπο να απο-τσιμεντώσει την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε όλο τον κόσμο.

Κατά τη διάρκεια του πρωινού καφέ, ο κ. Πρόεδρος είχε κατ’ιδίαν συνάντηση με τον παρκαδόρο του ξενοδοχείου, πρόεδρο του τοπικού συνδέσμου φιλάθλων της ΔΙΧΟΝΟΙΑΣ με τον οποίο συζήτησαν τις εξελίξεις της ομάδας και τις τελευταίες μεταγραφές. Ο κ. Πρόεδρος στάθηκε ιδιαίτερα στο ντεφορμάρισμα του Μ’γκούνι και εξέφρασε τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι αυτό είναι τελικά το σημείο κλειδί που οδηγεί στην απώλεια του πρωταθλήματος. Ο κ. Πρόεδρος δεσμεύτηκε, επίσης, όπως μεσολαβήσει προς τις ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ και ΚΙΝΕΖΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ για έναρξη απευθείας πτήσεων από Πεκίνο και άλλες μεγάλες πόλεις της Κίνας όχι μόνο προς το παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου, αλλά και προς αυτό της Λάρνακας για να εξυπηρετούνται καλύτερα οι Κινέζοι οπαδοί της ομάδας που επιθυμούν να παρακολουθούν τα παιγνίδια. Τέλος, υποσχέθηκε ότι θα συζητήσει με LTV και MiVISION το ενδεχόμενο απευθείας μετάδοσης των αγώνων της ΔΙΧΟΝΟΙΑΣ στην Κίνα είτε με σχολιασμό στα κινέζικα είτε με κινέζικούς υπότιτλους».

ΤΕΛΟΣ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ.

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2007

Νυχτερινές περιπολίες στη Λευκωσία


Τα βράδια, ο άλλος του εαυτός το σκάει κρυφά απο τις καθημερινές συμβάσεις και αλητεύει στα στενά της παλιάς Λευκωσίας. Αφουγκράζεται τον αχό αλλοτινών φωνών, που φτάνουν ακατάληπτες στα αυτιά του. Θυμάται τη σκηνή από μια ταινία, τη γεύση από ένα φιλί και ένα απόγευμα του Ιούλη στα "Καλά καθούμενα", ανάμεσα σε ψευτοκουλτουριάρηδες, φρικιά και wannabe δικηγόρους. Τις υγρές νύχτες αράζει στη μπάρα του "Χαμάμ" και πάνω από ένα Southern Comfort εξομολογείται στο φίλο του αδιέξοδα, ηδονικές εκκρίσεις σωματικών υγρών και μύχιες σκέψεις, καθώς στο μυαλό του ο Πορτοκάλογλου ξανατραγουδά τον Άσωτο Υιό. Τα κίτρινα φώτα αρχίζουν να διαθλόνται σε άλλες διαστάσεις όσο το αλκοόλ κατακλύζει τα εγκεφαλικά κύτταρα του και χαμογελάει φευγαλέα στην κοπέλα που μόλις μπήκε.
Το ξημέρωμα, σε εκείνη τη στιγμή της απόλυτης ησυχίας, γέρνει ήρεμος και πλήρης στο στρώμα του για να συνοψίσει τα όνειρα, μέχρι να ανοίξει τα μάτια στον "αληθινό" κόσμο...

Βλέπε. Άκου. Σιώπα.

"Δεν κατηγορώ εκείνους που επιζητούν να επεκτείνουν την εξουσία τους, κατηγορώ εκείνους που είναι πρόθυμοι να υποταχθούν".

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Το 1984 η κ. Julia Glasenapp προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της χώρας της, της τότε Δυτικής Γερμανίας. Η ιστορία της έχει, περίπου, ως εξής: Πριν από την πρόσληψή της ως καθηγήτριας υπό δοκιμασία σε δημόσιο σχολείο, ζητήθηκε από τη Julia να αποδεχθεί ρητά τις "αρχές του ελεύθερου, δημοκρατικού, συνταγματικού συστήματος της χώρας της". Η δήλωση αυτή ζητείτο από κάθε νεοεισερχόμενο στη γερμανική δημόσια υπηρεσία. Η προϋπόθεση της δήλωσης των πολιτικών φρονημάτων δεν ήταν τυχαία, αν ανακαλέσει κάποιος στη μνήμη την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και ειδικά στη Γερμανία, όπου δραστηριοποιούνταν ομάδες, οι οποίες αντιστρατεύονταν ένοπλα την καθεστηκυΐα τάξη πραγμάτων.
Μετά την ανάληψη των καθηκόντων της ως καθηγήτριας, η Julia ανέπτυξε πολιτική δράση, κυρίως μέσω αρθρογραφίας, σε κομμουνιστικά έντυπα. Με την αρθρογραφία της υποστήριζε τις πολιτικές του Κομμουνιστικού Κόμματος, που αφορούσαν το κρατίδιο της Βεστφαλίας, όπου διέμενε. Οι ιεραρχικά ανώτεροι της στον εργασιακό της χώρο, την κάλεσαν να δώσει εξηγήσεις για την έκφραση αυτών των απόψεων, αφού θεώρησαν ότι οι ενέργειες της αντέβαιναν στη ρητή δήλωσή της περί του σεβασμού του πολιτικού συστήματος της Δυτικής Γερμανίας.. Η Julia δήλωσε ότι δεν ήταν μέλος του ΚΚ της Γερμανίας, αλλά υποστήριζε τις πολιτικές που αυτό διακήρυττε. Μέσα από μια σειρά διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων, η Julia παύτηκε από τα καθήκοντά της, με το αιτιολογικό ότι δεν ήταν έτοιμη να υποστηρίξει τις αρχές που πρέσβευε το εφαρμοζόμενο πολιτικό σύστημα.
Η παύση της και η μη δικαίωσή της από τα γερμανικά δικαστήρια, την οδήγησαν να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι είχε καταπατηθεί το δικαίωμα της στην ελεύθερη έκφραση των απόψεών της. Το Δικαστήριο, με προφανή πολιτική σκοπιμότητα, θεώρησε ότι κάθε χώρα μπορεί να θέτει τις προϋποθέσεις που η ίδια κρίνει σκόπιμες για την πρόσληψη προσωπικού στη δημόσια υπηρεσία της και απέρριψε την προσφυγή της προσφεύγουσας, χωρίς να εξετάσει την ουσία των ισχυρισμών της.
Η απόφαση αυτή, αν και δεν αποτελεί την καλύτερη στιγμή του Δικαστηρίου, εντούτοις προσφέρει γόνιμο έδαφος για προβληματισμό και εξαγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά το δικαίωμα όσων εργάζονται στο Δημόσιο να εκφράζουν τις απόψεις τους για πολιτικά, ιδεολογικά και γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα και τη δυνατότητα τους να εκφράζουν τις διαφωνίες και ανησυχίες τους για τις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Οι νομικές ρυθμίσεις αποτυπώνουν, βέβαια, την επικρατούσα αντίληψη σε μια κοινωνία για θέματα που αφορούν το σεβασμό στην αντίθετη ή διαφορετική άποψη και τη δυνατότητα που της δίνεται να έχει πρόσβαση σε μέσα επικοινωνίας για να προβάλλεται και να δημοσιοποιείται. Κι εδώ, σημαντικό στοιχείο είναι πόσο το ίδιο το επικρατούν πολιτικό κλίμα σε μια χώρα επιτρέπει κατ' ουσίαν, και όχι κατ' επίφαση, την ύπαρξη και έκφρασή της. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο όταν υπάρχουν νομικά κείμενα που προβλέπουν το δικαίωμα, αλλά κι όταν είναι εμπεδωμένη η δημοκρατική αντίληψη στα μέλη μιας κοινωνίας, που δεν λειτουργούν υπό το βάρος υποδείξεων, προειδοποιήσεων ή παρατηρήσεων και σε ακραίες περιπτώσεις εκφοβισμών και απειλών, ότι η διασφάλιση του ατομικού δικαιώματος για τον κάθε πολίτη, είναι sine qua non συνθήκη για μια λειτουργική δημοκρατία και, άρα, για μια καλύτερη πατρίδα.
Η Julia μπορεί να έχασε τη δίκη, αλλά όχι την αξιοπρέπειά της - και αυτό παραμένει διαχρονικά το ζητούμενο. Είμαι σίγουρος ότι ο καθένας, έχει ήδη αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει...

Πρώτη πρώτου

"Να καταργήσει τις μακρηγορίες των ονείρων,
και να κρατήσει τις ετυμηγορίες τους. Την είχε πείσει. Ο χρόνος."

Κική Δημουλά, "Εν τέλει"

Με τα χρόνια, μειώνεται η παιδιόθεν ανεξήγητη προσμονή για την κάθε νέα χρονιά. Όσα αναμένεις, τελικά, δεν εμφανίζονται ως διά μαγείας τα ξημερώματα της πρώτης του Γενάρη. Η αφελής πεποίθηση ότι θα συνεχίζεις εφ' όρου να βαδίζεις αμέριμνος τρεκλίζει μέσα σου κι η απομυθοποίηση έρχεται παρέα με τις πρώτες άσπρες τρίχες, καθώς αναζητείς σκεφτικός το νόημα στον πάτο ενός ακόμη Cutty Sark. Οι ευχές και η καλοσύνη των ξένων περνάνε ευτυχώς ξώφαλτσα και εντυπωσιάζεσαι με τον εαυτό σου που δεν θυμώνει πια με τη θεσμοθετημένη κοινοτοπία. Αρχίζεις να αποκτάς κι εσύ εκείνη τη φευγαλέα μελαγχολία στο βλέμμα, όπως οι άνθρωποι της γενιάς των πατεράδων μας. Μια ανύποπτη μέρα, ο εαυτός σου σε κοιτάει επίμονα από το απέναντι πεζοδρόμιο και συνειδητοποιείς ότι είσαι πλέον αυτό που είσαι και όχι αυτό που γύρευες.
Στις τηλεοπτικές αρένες, ο κόσμος συνεχίζει να σφάζεται, οι πραίτορες να μην μπορούν να δρασκελίσουν μια γέφυρα και οι σουπερμαρκετ-ατάρχες να προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτοί είναι η εμπροσθοφυλακή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο πίσω μέρος ακούγεται ρυθμικά ο κρότος από την πτώση του κορμιού στην αγχόνη - ευτυχώς, πρόλαβες να αποστρέψεις το βλέμμα...
Την ίδια ώρα, γνώριμες φωνές ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι σε ξέρουν, σε καλούν πεισματικά σε προκάτ διασκεδάσεις στο πολιτιστικό ίδρυμα του ζωολογικού κήπου, κυπριακώ τω λόγω: Zoo. Γελάς με την κρυφή ειρωνεία του πράγματος, σκεπτόμενος τα πάσης φύσεως θηρία και κτηνά που θα συναντούσες εκεί. Η άρνηση συμμετοχής σου έχει την ηθική απαξία της άρνησης στράτευσης και η παρέα σου δίνει, κατόπιν ιατροσυμβουλίου, ομόφωνα την απαλλαγή. Προφανώς, και τον αποκλεισμό από τις μελλοντικές συνάξεις. Η βόλτα στην πόλη αποδεικνύεται άλλη μια λανθασμένη επιλογή. Οι συνοδηγοί κορνάρουν ασταμάτητα και συνάπτουν σχέσεις με όλο σου το σόι, καθώς σφηνιάρονται μπροστά σου από μια πάροδο. Είναι οι ίδιοι που θα συναντήσεις μισή ώρα μετά σε κάποιο μπαρ, θα χαρούν πολύ που θα σε γνωρίσουν και θα σου μιλούν χαμογελαστοί όλη νύχτα για τους εαυτούς τους, ανυποψίαστοι για την κρυφή ζωή των πραγμάτων. Μην παραλογίζεσαι, αδερφέ...
Οι άνθρωποι συνεχίζουν να μιλάνε μεταξύ τους, αλλά όλο και συχνότερα μόνοι τους, για τα ίδια. Τη δόση για το δάνειο, τα παιδιά που πάνε σχολείο, φροντιστήριο, στρατό, πανεπιστήμιο, τις αλλαγές στο σπίτι, ποιους θα καλέσουν το βράδυ για φαγητό, τον καιρό που δεν λέει να αλλάξει. Από το χαοτικό πέλαγο του μυαλού, ξεπηδάει η γαλάζια απεραντοσύνη του Αιγαίου και μια αλμυρή υπενθύμιση στον ουρανίσκο ενός καλοκαιριού με ανθρώπους που είναι καιρό φευγάτοι, για να διευρύνει τη μελαγχολική σχάση ενός διαψευστικού παρόντος και αυτών που θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς...Το βράδυ, όταν θα γύρεις, σκόρπιες κουβέντες και πνιχτά γέλια από τον ουρανό θα σε πυροβολήσουν κατευθείαν στην καρδιά, καθώς θα ονειρεύεσαι ανακατεμένα ανθρώπους σε μέρη και χρόνους που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους.
Σου συγχωρήθηκε μέχρι εδώ η πολυτέλεια της σπατάλης, η φαντασίωση της διαρκούς μεγέθυνσης, τα καλοπιάσματα της ζωής. Τώρα όμως γίνεται ταμείο, τα κεντρικά φώτα ανάβουν και ο χρόνος σου χαμογελάει σαρδόνια από την άλλη μεριά της μπάρας, επειδή ξέρει ότι ήσουν σπάταλος μαζί του. Ό,τι κι αν έκανες, έμενε πάντα εκείνη η στυφή γεύση του λειψού. Να, σαν αυτό εδώ το κείμενο που δεν ξέρεις αν μπορείς και πώς να το τελειώσεις....


(Στο κείμενο υπάρχουν κομμάτια από το κείμενο ενός άλλουBlogger, του οποίου το όνομα ξεχνώ, αλλά την γραφή του τιμώ)

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2007

Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες

«Έλληνες είστε και φαίνεστε»
Σύνθημα σε τοίχο

Το αυγό του φιδιού το επωάσαμε για χρόνια. Στην κρατική εκπαίδευση, στους κόλπους της Εκκλησίας, στο δημόσιο λόγο. Ενσταλάξαμε συστηματικά την απόρριψη και τη μισαλλοδοξία στους πολίτες αυτής της χώρας για μερίδα συμπολιτών τους. Τώρα, η βία χτυπάει και τη δική μας πόρτα. «Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν…»

Δεν φτάνουν οι φραστικές καταδίκες, δεν πείθουν οι δήθεν θυμωμένες αντιδράσεις. Και δεν θα είναι αποτελεσματική η σύσσωμη αντίδραση του πολιτικού κόσμου, γιατί πολύ απλά δεν είναι αρκετή για να διορθώσουν τα πράγματα. Κατά την άποψη μου, είναι και υποκριτική. Για χρόνια τώρα ο εθνικισμός και η χωριστή συμβίωση οδήγησαν στην απόρριψη του Άλλου. Ενός Άλλου, που ήταν μια επίπλαστη, φτιαχτή εικόνα, ένα συνονθύλευμα στερεοτύπων και στρεβλωμένης γνώσης.

Ύστερα, ήρθε το δημοψήφισμα για να οξύνει την κατάσταση. Η σκοτεινή εκείνη περίοδος ρίχνει ακόμη βαριά τη σκιά της στην καθημερινότητα μας, όχι με την ίδια ένταση των ημερών εκείνων. Τα περιστατικά βίας από την ημέρα διάνοιξης των οδοφραγμάτων δεν έλειψαν. Τραμπούκοι, φασίστες και τα υπόλοιπα καλόπαιδα που αποτελούν τον εθνικό κορμό θεώρησαν ότι μπορούν να λοιδορούν και να βιαιοπραγούν ατιμώρητοι εναντίον τουρκοκυπρίων σε δημόσιους χώρους. Με την ανοχή της κοινωνίας μας…

Ίσως να φταίει και η εκ μέρους μας συμπλεγματική αντιμετώπιση των Τουρκοκυπρίων. Μια διαχρονική στάση που έχει ρίζες (και) στην υπέρτερη πληθυσμιακή αναλογία και στην κυριαρχία της ελληνοκυπριακής κοινότητας στην οικονομική ζωή του τόπου. Είναι όμως τουλάχιστον παράδοξο το γεγονός ότι ορισμένοι, από όσους σήμερα κατακρίνουν τον ξυλοδαρμό των μαθητών, χρόνια πριν είχαν αποκλείσει τους τουρκοκύπριους σε θύλακες, επιχειρώντας τον πολιτικό και οικονομικό στραγγαλισμό τους. Αυτό όμως, δεν αναφέρεται σε κανένα βιβλίο ιστορίας των σχολείων μας……

Οι επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις μας για δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού θα είναι διακηρυκτικού και μόνο χαρακτήρα και δεν θα έχουν κανένα αντίκρισμα, αν δεν συνοδεύονται και με συγκεκριμένες δράσεις, οι οποίες θα δημιουργούν την πολιτική κουλτούρα της συμβίωσης. Κι αυτό επειδή, ακόμα και αν βρεθεί μια ισοζυγισμένη, δίκαιη και λειτουργική λύση, δεν θα μπορέσει να εφαρμοστεί αν το κλίμα καχυποψίας, ανταγωνισμού και κακοπιστίας δεν εξαλειφθεί. Και αν δεν χτυπηθεί τώρα η άποψη του «τζιείνοι ποτζιει, τζιαι μεις ποδά», που εμπεδώνει τη διχοτόμηση στα μυαλά των ανθρώπων…

Η Βουλή των Απροσώπων

«Τι να φταίει η Βουλή,
τι να φταιν οι εκπρόσωποι,
έρημοι κι απρόσωποι, βρε..»
Ας κρατήσουν οι χοροί
Διον. Σαββόπουλος

Η σύγχρονη δημοκρατία περνάει κρίση. Οι θεσμοί και οι αξίες της δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο ρυθμιστικό τους ρόλο. Η πολυπλοκότητα του σύγχρονου βίου δημιούργησε την ανάγκη εκσυγχρονισμού και θωράκισης της με νέους ελέγχους και ισορροπίες. Νέες έννοιες έχουν εισέλθει στο πολιτικό λεξιλόγιο. Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί, διαπλοκή, lobbying, ο ρόλος των ΜΜΕ. Όλα έχουν προσθέσει νέες συντεταγμένες στους πολιτικούς χάρτες.
Μαζί με τα νέα δεδομένα, έχουν δημιουργηθεί και νέα προβλήματα. Από τα πιο σημαντικά είναι η θωράκιση της δημοκρατικής διαδικασίας έναντι των στρεβλώσεων που προκαλούν οι νέοι όροι και πρωταγωνιστές. Ένα από τα πιο ευάλωτα θεσμικά όργανα των αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών είναι τα εθνικά κοινοβούλια, οι βουλές. Η αποστολή τους, η σύνθεση τους και ο ρυθμιστικός τους ρόλος σε μια τοπική κοινωνία, έχει αλλάξει στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της παγκοσμιοποιημένης πολιτικής σκηνής.
Ένα γενναίο κομμάτι της νομοθετικής εργασίας έχει μεταφερθεί στις Βρυξέλλες. Θέματα που άπτονται της κοινωνικής, περιβαλλοντικής και οικονομικής πολιτικής έχουν περάσει είτε μερικώς είτε κατά αποκλειστικότητα στη σφαίρα της Ε.Ε. Το ζητούμενο πλέον είναι η αναζήτηση του νέου ρόλου των οργάνων και όσων εκλέγονται σε αυτά.
Από αυτές τις διαπιστώσεις δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε και η Κύπρος. Και αναπόφευκτοι οι συνειρμοί, οι συσχετισμοί και οι συγκρίσεις για τους σημερινούς εκπροσώπους. Δυστυχώς, η εικόνα του κοινοβουλευτικού βίου είναι ως επί το πλείστον απογοητευτική.
Τους παρατηρώ. Να κινούνται με την κομπορρημοσύνη του «εγώ τα κατάφερα!», να ανταλλάζουν αναμενόμενες χειραψίες, καρμπόν χαμόγελα και κοινότοπες κουβέντες με όποιον έχει την ατυχία να βρεθεί στο διάβα τους.
Τους ακούω. Να μιλούν κακοποιώντας την ελληνική με σολοικισμούς, ασυνταξίες και ανεπίτρεπτους νεολογισμούς, με πολιτικό λόγο επιπέδου εθνικοφρόνων σωματείων ή λαϊκών οργανώσεων, γεμάτο κοινοτυπίες, στερεότυπα, ανακολουθίες και μετέωρα επιχειρήματα. Δυστυχώς, η ένταξη μας στην Ε.Ε. δεν συνοδεύτηκε και από διεύρυνση των οριζόντων και του πολιτικού κώδικα επικοινωνίας.
Τους βλέπω. Να συμμετέχουν πρόθυμα στο διάλογο κωφών από το βήμα της Βουλής και στα λογής-λογής πάνελ. Ανίκανοι να συμμορφωθούν ακόμα και με τις απλές διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής. Ντυμένοι στα σινιέ κοστουμάκια, με την ατσαλάκωτη και πολιτικά ορθή εικόνα. Αμήχανοι με την εξουσία που τους δόθηκε κι ανυποψίαστοι για την άλλη όχθη των πραγμάτων.
Τους ξέρω. Σε κάθε κριτική θα τρέξουν να κρυφτούν πίσω από τους ψηφοφόρους τους, πίσω από μια καταχρηστική αντίληψη περί ασυλίας, πίσω από πλειοψηφισμούς και «συλλογικές» αποφάσεις. Κι όμως, τα εκλογικά αποτελέσματα δεν είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όπου οι συνέπειες κάθε επιλογής αναστρέφονται και καθιστούν a priori ορθή κάθε στάση.
Ξέρω ότι μαζί με αυτό το σινάφι των μετρίων, αδικώ και τους λίγους που μπορούν…. Όμως όσο η ποιότητα της Δημοκρατίας εξαρτάται από το ποιοι την υπηρετούν, η κριτική δεν μπορεί παρά να είναι αιχμηρή και διαρκής.

Εθνική Υπνοφρουρά

«Μες σε σχολεία, μέσα σε πανεπιστήμια
Μέσα σε ωδεία, σε στρατούς και γυμναστήρια
Πέρασα χρόνια, άλλος μπήκα κι άλλος βγήκα»

Αλκίνοος Ιωαννίδης

Το μακρινό 1997, ανυποψίαστος για όσα θα ακολουθούσαν, έπαιξα στην αρμόζουσα ένταση για τελευταία φορά ένα τραγούδι από τις Τρύπες, που μιλούσε «για την πατρίδα κι όλους αυτούς που δεκάρα για σένα δεν δίνουν». Μετά, με κουρεμένη την ατίθαση κώμη, μαζί με άλλους ελληνόπαιδες που γεννήθηκαν την τελευταία χρονιά των seventies, δρασκελίσαμε την πύλη κάποιου ΚΕΝ.
Στη θητεία αυτή προλάβαμε να μάθουμε πολλά πράγματα, που ούτε τότε, ούτε και σήμερα, μας φάνηκαν χρήσιμα, όπως επί παραδείγματι το να διπλώνουμε σε «φάκελο» την κουβέρτα, να χτυπάμε με δύναμη τα G3 στους αριστερούς μας ώμους και να κάνουμε γωνία 45 μοιρών με τα πέλματά μας στη στάση του μεταλλαγμένου παραγγέλματος «πρ'σχη!». Μαζί με αυτά, ενσταλάχτηκε μέσα μας βίαια ο φόβος για την κάθε λογής εξουσία.
Στο φυλάκιο του Μπαρσάκ, ξεχασμένοι από θεούς, ανθρώπους και λοχαγούς οι μήνες περνούσαν ράθυμα από τις πόρτες που στήναμε στο τάβλι και κοντοστέκονταν βαριεστημένα μπροστά στην ημερήσια κατάσταση υπηρεσιών, 12-2 στα καύσιμα, 6-8 στην πύλη. Στο μεταξύ, η αίσθηση του τέλματος και της έλλειψης προοπτικής, βοηθούντος του στρατιωτικού παραλογισμού, σκλήριζε χίλια «Αλτ!» στα όνειρά μας.
Προλάβαμε, επίσης, να γνωρίσουμε μερικούς από τους πιο εγκάρδιους φίλους, που ακόμα και σήμερα, και παρόλο του ότι έχουμε χαθεί για πολλά χρόνια, οι σπάνιες και τυχαίες συναντήσεις μας είναι γεμάτες από μια άλλη αγάπη και εκείνη την αλλόκοτη αίσθηση αλληλεγγύης, που πλανιόταν παράταιρα πάνω από τα πυροβόλα της 190 Μοίρας Πυροβολικού….
Εικοσιέξι μήνες θητεία και εννιά μέρες φυλακή αργότερα, με το απολυτήριο ανά χείρας, με λίγη αμηχανία και πολύ προσμονή έβγαζα για τελευταία φορά τα φθαρμένα άρβυλα μου και φόρτωνα ιδέες, προσμονή και πόθους στο πρώτο αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη. Κατά παραδοχή της οικογενειακής ομήγυρης, είχα γίνει άντρας πια, κάτι που αναντίλεκτα θα μπορούσε να αποδείξει το –πλέον- δασύτριχο στήθος μου. Μέχρι σήμερα διατηρώ ζωηρές αμφιβολίες για το κατά πόσο ο στρατός υπήρξε η μαμμή του ανδρισμού μου, αλλά η περί του εναντίον υπόθεση δεν μπορεί παρά να αποδειχτεί σε μια από τις επόμενες ζωές.
Έκτοτε, αμέτρητες αφηγήσεις περιστατικών έχουν συντροφεύσει τις οινοποσίες και τις συνάξεις με φίλους και γνωστούς, οι ιστορίες των αλφάδων έχουν προκαλέσει άφθονο γέλιο στους άρρενες και τα καμώματα των μονιμάδων βαθιά χασμουρητά στις κοπέλες της παρέας. Αν θα έπρεπε να θυμηθώ μια βαθιά και μελαγχολική στιγμή από εκείνα τα χρόνια, θα έπρεπε να συγκεντρωθώ πολύ κι είμαι σίγουρος ότι πια δεν θα μου προκαλεί παρά μόνο ένα στιγμιαίο πικρό χαμόγελο, μα τίποτα περισσότερο. Ωστόσο, πιο πολύ νόημα πια, έχει να ανακαλέσω εκείνες τις στιγμές που με έδεσαν για πάντα με φίλους αδερφικούς.
Ξέρω ότι αν μας δινόταν τότε μια ευκαιρία, πολλοί από εμάς, πολύ πιθανόν κι ο γράφων, να αποφεύγαμε τη στράτευση. Τα πράγματα ήρθαν αλλιώς, και κόντρα στην πρόσφατη υστερία των αναστολών και των τρελόχαρτων, οι «σειράες» μπορούν ακόμη να μοιράζονται τις στρατιωτικές τους ιστορίες και τα λόγια τους να κάνουν νυχτερινές εφόδους σε όλο αυτό το συρφετό των υπερπατριωτών και των γιαλαντζί Ι-5….

Γη και Ελευθερία

Στις 19 του τρέχοντος μηνός, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του αναφορικά με την περιουσία του Αλή Κιαμίλ, τουρκοκύπριου πολίτη της Δημοκρατίας.

Ο κ. Κιαμίλ, διορισμένος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του, χωρίς να αναγνωρίζει ότι η περιουσία του κατέχεται νόμιμα από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών, ζήτησε όπως προχωρήσει ο ίδιος στη μεταβίβαση της περιουσίας στο όνομα των νόμιμων κληρονόμων, να του καταβληθεί οποιοδήποτε πόσο βρίσκεται στον έλεγχο του Κηδεμόνα και να του δοθούν λογαριασμοί σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτητή περί αντισυνταγματικότητας του νόμου για τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Επίσης, δεν δέχτηκε ότι υπάρχει αποστέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας (και άρα, ο αιτητής παραμένει νόμιμος ιδιοκτήτης), αλλά απλά το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας του υποβάλλεται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς, δεσμεύσεις ή όρους, σύμφωνα με το Σύνταγμα. Η δυνατότητα επισκέψεων από τον αιτητή στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές δεν έχει εξαλείψει την κατάσταση που δημιουργήθηκε από την εισβολή και συνακόλουθα δεν είναι δυνατό να του δοθεί ο πλήρης έλεγχος της περιουσίας του.

Ο υπογράφων θα ρισκάρει την πρόβλεψη ότι στα επόμενα χρόνια, οι αποφάσεις αυτού του είδους θα καταπέσουν πανηγυρικότατα ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με όλες τις συνακόλουθες συνέπειες. Ο νόμος περί του Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών είναι προβληματικός σε αρκετά σημεία και σε τέτοιο βαθμό που δεν θα αντέξει στη βάσανο της εξέτασης με βάση τα κριτήρια που θέτει το ΕΔΑΔ.

Είναι εμφανές ότι σε αυτή την περίπτωση, και στις χιλιάδες ανάλογες που υπάρχουν, οι δικαιούχοι αποστερούνται κατά απόλυτο τρόπο οποιοδήποτε προσπορισμό οφέλους από την περιουσία τους. Ούτε την ίδια την περιουσία μπορούν να κατέχουν ούτε να λάβουν τα ποσά που υποτίθεται ότι δεσμεύονται και κατατίθενται για αυτούς με την προοπτική καταβολής τους σε άγνωστο χρόνο. Άρα, το περιεχόμενο του δικαιώματος εκμηδενίζεται. Κατ’ ουσία, θα βρούμε τους εαυτούς μας στην ίδια κατηγορία με την Τουρκία, έχοντας παραβιάσει το δικαίωμα των συμπολιτών μας στην περιουσία τους. Χάνουμε, δηλαδή, και την ηθική υπεροχή μας στο σημείο αυτό.

Η δικαιολογία του δικαίου της ανάγκης και της ύπαρξης της έκρυθμης κατάστασης δικαιολογεί στο εσωτερικό της Κύπρου τη λειτουργία των πραγμάτων. Δύσκολα, όμως, θα πείσει τους ευρωπαίους δικαστές και η ωρολογιακή βόμβα που κατασκεύασαν οι νομοθέτες μας, που ακούει στο όνομα «Κηδεμόνας Τ/Κ περιουσιών», θα σκάσει πάνω στα κεφάλια μας και μέσα στις τσέπες μας. Δυστυχώς, η προοπτική που διαμορφώνεται είναι να δημιουργήσουμε σε ορίζοντα μιας δεκαετίας, χιλιάδες «αντι-Λοϊζίδου», με σαφείς τις πολιτικές συνέπειες στο επίπεδο της πολιτικής επιχειρηματολογίας της πλευράς μας.

Επιπλέον, η κατάσταση θα περιπλεχθεί ακόμα περισσότερο αφού θα οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου δικαστηριακή μανία τις δύο κοινότητες. Και φαίνεται ότι όλα αυτά δεν είναι ικανά για να καταστήσουν αποδεκτό στο μυαλό μας ότι το Κυπριακό δεν λύνεται σε αίθουσες δικαστηρίων, αλλά με πολιτικές αποφάσεις, πρωτοβουλίες και διάλογο.

Αυτό που πρέπει να γίνει το ταχύτερο είναι να αλλάξει ριζικά ο νόμος περί Κηδεμόνα, να γίνει έλεγχος της μέχρι σήμερα διαχείρισης, να καταβληθούν τα οφειλόμενα και να απαλλαχθούμε από δικαστικές αποφάσεις όπως αυτή του κ. Κιαμίλ. Το μήνυμα είναι σαφές «κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει….»

ΞΕΛΑΣΠΩΣΤΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ!

«Θα σου μιλήσω πάλι ακόμη με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές, με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά από τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει»
ΟΤΑΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΗΣΑ
Μανόλης Αναγνωστάκης



Κυλήσανε τα χρόνια κι η γενιά μου, που κοντεύει να τριανταρίσει πια, μεγάλωσε με τα ίδια σχολικά τετράδια. Στο εξώφυλλο η Κερύνεια, η Μόρφου, ο Απόστολος Ανδρέας. Εικόνες βγαλμένες από έναν άφταστο κόσμο. Παπαγαλίσαμε ορθά το μάθημά μας, για την αδικία και τον πόνο, για τους ήρωες και τους πεσόντες, για απαράβατες αλήθειες και τα εθνικά πεπρωμένα. Στο τέλος, βέβαια, δεν μάθαμε τίποτα.

Οι μέρες περνάνε αδιάφορα στο μικρόκοσμό μας κι ο χρόνος διαρεί σταθερά τον τόπο. Ριζώνει στα μυαλά των ανθρώπων η διχοτόμηση και εμπεδώνεται η αντίληψη της χωριστής συμβίωσης. Τα δικαστήρια, που τόσο είχαμε επενδύσει σε αυτά, στρώνουν σιγά-σιγά το δρόμο στην αναγνώριση ενός είδους μορφώματος στο βορρά και οι πολιτικές αποφάσεις στοχεύουν στο εμπόριο μαζί του. Everything but recognition, όπως λένε όλο και πιο συχνά, και για το τελευταίο ας μην είμαστε και πολύ σίγουροι...

Η γραμμή, με ή χωρίς διατυπώσεις, καθίσταται οιονεί σύνορο στη συνείδηση των ανθρώπων κι εμείς παρακολουθούμε αφασιακά τις ψευδοκόντρες και καταπίνουμε υποτακτικά τα κάθε λογής σοφίσματα. Η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου επιχειρηματολογεί με ασάφειες και γενικολογίες για το περιεχόμενο μιας μελλοντικής λύσης. Οι φωνές της συντήρησης, του εθνικισμού και της μη-λύσης σφυρίζουν σαν σφαίρες πάνω από τα κεφάλια μας.

Πιστεύω στη συνείδηση του χρέους. Σε αυτήν που υπαγορεύει στον κάθε πατριώτη να παλεύει με τη στάση ζωής του και με τα όσα πρεσβεύει στη γρήγορη επανένωση της πατρίδας μας. Πιστεύω στα χέρια που δισταυρώνουν τις γραμμές, που υποτάσσουν με το διάλογο την ακρότητα και τη μισαλλοδοξία. Πιστεύω σε ανθρώπους της γενιάς μου που μπορούν να ονειρευτούν μέσα από το ζόφο της περιρρέουσας ότι αυτήν την πατρίδα μπορούμε να τη ζήσουμε όλοι μαζί.

Με κουράζει η σιωπή των ανθρώπων. Με τρομάζει ο περιστασιακός τους φόβος και με προβληματίζουν τα σκυμμένα κεφάλια, μπροστά στα αδιέξοδα και στην πρόσκαιρη επικράτηση όσων ονειρεύονται την καθυποταγή και τον καταναγκασμό των Άλλων. Μπορούμε να αφήσουμε μια δράκα ακραίων να ορίζει τον πολιτκό τόνο και να μοιράζει πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων; Μπορούμε παραδοθούμε αμαχητί στην ευκολία της μισαλλοδοξίας;

Ξαναγυρνώ στον ποιητή, γι’ αυτό μπορώ να ελπίζω:

Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν την βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμη