Παρασκευή, 25 Μαΐου 2007

Θέλω έναν Πρόεδρο ….

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα κομίζει πολιτικές προτάσεις στην Ε.Ε. και θα συμμετέχει ενεργά στο όλον ευρωπαϊκό γίγνεσθαι – Όχι μόνο Κυπριακό, Κυπριακό, Κυπριακό….

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα σταματήσει την πολιτική της άδειας καρέκλας στην Ε.Ε. – Οι φοβίες, οι δογματισμοί και η αβουλία μας υποτιμά ως κράτος, μας αφαιρεί ως κοινωνία.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που δεν θα είναι δέσμιος τον κάθε λογής συμφερόντων και δεν θα έχει τελέσει σε οικονομική ή εργασιακή σχέση με αυτά - Τα παραμάγαζα τους μέσα στην ίδια την πολιτική εξουσία, όπως Τράπεζες, αμφιβόλου πολιτικής καθαρότητας δοσοληψίες και προεκλογικές ενισχύσεις, πρέπει να εκλείψουν.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα έχει αντίληψη της πολιτικής ευθύνης για τους συνεργάτες που επιλέγει – Και όχι να διορίζει αξιωματούχους που φιγουράρουν στις ετήσιες εκθέσεις του Γενικού Ελεγκτή.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα θεσμοθετήσει τον ετήσιο έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας από τους πολίτες με δημόσιες συζητήσεις- Εξουσία σημαίνει κοινωνική ευθύνη, όχι ελέω Θεού προνόμιο.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα επιβάλει τον κανόνα, κάθε υπογραφή υπουργού στο διαδίκτυο.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα ακυρώσει το ανήθικο μάθημα, ότι μόνον αυτός που έχει στενές σχέσεις με την εξουσία, μπορεί να προχωρήσει στην κοινωνία και να πετύχει στη ζωή του.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα απευθύνεται ειλικρινώς, με ολοκληρωμένη πολιτική στους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας – Είναι συμπολίτες υπό κατοχή, όχι υποψήφιοι προς «Ακριτ – ηριασμό».

· Θέλω έναν Πρόεδρο που όταν θα μιλάει για «πατριωτισμό» θα εννοεί την ανάπτυξη αυτού του τόπου και την πρόοδο της κοινωνίας ως συνόλου – Και όχι να σπέρνει διχασμούς, για να θερίσει ψήφους.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα συνδιαλέγεται με τους πολίτες – Τέρμα το ταμπούρωμα στο Προεδρικό και οι διακυβερνήσεις με το τηλεκοντρόλ.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα ξέρει πόσο στοιχίζει ένα λίτρο γάλα και ένα ψωμί – Η οικονομική πολιτική δεν ασκείται in vitro, αφορά την καθημερινή μας ζωή.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα έχει πολιτικό όραμα, νέες ιδέες και κοινωνική ευαισθησία – Η δεκαετία του 60 έχει καταστεί κατάρα για τη χώρα.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα αναγνωρίσει τις δολοφονίες των αριστερών – Είναι καιρός για πολιτική συμφιλίωση.

· Θέλω έναν Πρόεδρο με δημόσιο λόγο που θα απευθύνεται σε πολίτες και όχι υπηκόους – Όχι άλλες «εκδικητικές οργές» και απαξιώσεις των «δηλωσιογράφων».

· Θέλω έναν Προεδρο που θα έχει ψηλά στην ατζέντα την Παιδεία και τον Πολιτισμό – Το Προεδρικό δεν είναι συναυλιακός χώρος για τις Βισσοβανδήδες….

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα ξέρει τι είναι το Ιντερνετ και να ελέγχει το email του – Φτάνει πια με τους ηλεκτρονικά αναλφάβητους πολιτικούς.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα εκσυγχρονίσει τη δημόσια διοίκηση – Και όχι να στέλνει επιστολές στους γενικούς διευθυντές για έναρξη πειθαρχικών ερευνών.

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα εμπιστευτεί θέσεις άσκησης εξουσίας σε νέους ανθρώπους – Φτάνει πια με τις λογικές της παρέας και της γεροντοκρατίας των συναγωνιστών πάνω από το συλλογικό συμφέρον!

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα αναθέσει ουσιαστικές αρμοδιότητες σε γυναίκες – Αρκετά δεν κράτησε η ανδροκρατία σε αυτό τον τόπο;

· Θέλω έναν Πρόεδρο που θα είναι πεποίθηση του ότι το κράτος θα υπηρετεί τον πολίτη και όχι τους κομματάρχες της εξουσίας και τα μεγάλα ολιγαρχικά συμφέροντα που συνδέονται μαζί τους.

· Θέλω έναν Πρόεδρο από το μέλλον!

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2007

Η γενιά των 700 λιρών

“βολεμένοι, εύκαιροι και δανεισμένοι,
πιασμένοι από μια φούστα ή μια καρέκλα σπασμένη.
Και σαν πρώτα αντρειωμένοι, τώρα σκυμμένοι,
καλοδιατήρητοι και γυμνασμένοι”
«Πάει καιρός», Active Member.

Η γενιά μας αντιμετωπίζει το σοβαρό ενδεχόμενο οι όροι και οι συνθήκες ζωής της να μην είναι καλύτερες από αυτές των γονιών μας. Για πρώτη φορά, μια ολόκληρη γενιά αντιμετωπίζει μαζικά την πιθανότητα να έχει κοινωνική θέση και οικονομικό επίπεδο χαμηλότερο από την οικογένεια από όπου προέρχεται.

Μετά από χρόνια σπουδών και προσπαθειών για απόκτηση δεξιοτήτων και προσόντων, οι προσδοκίες για μια προσοδοφόρο εργασία που θα διασφαλίζει μια αξιοπρεπή διαβίωση δεν διαφαίνεται να ευοδώνονται. Οι περισσότεροι δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα, με μισθούς που αποτυπώνονται στα κέρδη, για παράδειγμα, των τραπεζών. Ανήκουν σε μια μάζα από την οποία ελάχιστοι θα ξεχωρίσουν. Μπορούν να τους απολύσουν, δουλεύουν σε εξαντλητικά ωράρια και ακόμη εξαντλητικότερους ρυθμούς και απολαμβάνουν τα ελάχιστα. Ο διορισμός στο Δημόσιο περνά μέσα από την ταπείνωση ενός καφκικού συστήματος γνωστών και ημετέρων, καθιστώντας μακάριους τους διοριζόμενους…

Οι μισθοί παραμένουν δυσανάλογα χαμηλοί σε σχέση με το κόστος ζωής. Η δυνατότητα για ένα νέο να αποκτήσει την προσωπική του στέγη (με ενοίκιο ή αγορά) και, παράλληλα, να καλύπτει βασικές ανάγκες του είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Για το λόγο αυτό, πολλοί, ακόμα και μετά τα 30 παραμένουν στο οικογενειακό σπίτι – στεγασμένοι μεν, ανέστιοι δε.

Η γενιά μας με έρχεται αντιμέτωπη με ένα ιδιάζον δίλημμα. Καλείται να στηρίξει ένα σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων που κλονίζεται. Είναι ένα ασφαλιστικό σύστημα που θα στηριχτεί στις εισφορές των νεότερων για να καταβάλει τις συντάξεις των γονέων τους, χωρίς ωστόσο να εγγυάται στους ίδιους ότι θα έχουν λαμβάνειν στο μέλλον.

Η κατάσταση προκαλεί δυσφορία από τις εντεινόμενες εισοδηματικές διαφορές. Ένας μικρός αριθμός ατόμων καρπώνεται ένα δυσανάλογο για το μέγεθος και τις ανάγκες του πλούτο, ενώ την ίδια ώρα η πλατιά μάζα, ένα σύγχρονο προλεταριάτο, εξωθείται στην μικροαστικοποίηση. Οι λόγοι για αυτό θεμελιώνονται μεν στην οικονομική πτυχή, ωστόσο οι συνέπειες τους εξικνούνται σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ζωής και εγγράφονται στον ευρύ πολιτικό ορίζοντα.

Ο μικροαστισμός εξωθεί σε συγκεκριμένες κοινωνικές συμπεριφορές και πολιτικές κρίσεις στο μικρό- και μακρό- κοσμο. Ενδεικτικά, ο μικροαστός είναι πιο επιρρεπής σε απαξιωτικές για την πολιτική λογικές του τύπου «όλοι ίδιοι είναι». Επίσης, οδηγεί ταχέως σε ανάπτυξη ενός μουχλιασμένου συντηρητισμού στις κοινωνικές αντιλήψεις, που αντιστέκεται φοβικά απέναντι σε κάθε αλλαγή.

Η παραδοξότητα είναι ότι ενώ αυτή η πολυπληθής ομάδα φαίνεται καταδικασμένη να υπακούσει το πεπρωμένο της, δεν αντιδρά και δεν ριζοσπαστικοποιείται. Παίζει με τους όρους του συστήματος, το οποίο με σταθερό τρόπο τους εγκολπώνεται κατά αισχρό και αναπόδραστο τρόπο. Οι αλυσίδες της βαριάς βιομηχανίας των δανείων, οι καταναγκασμοί των life style προτύπων, ο καθημερινός βιασμός της αισθητικής από την τηλεόραση, η διαμόρφωση και ο εκμαυλισμός συνειδήσεων από ένα πολιτικό σύστημα που παραμένει στην ουσία του προσωποπαγές και πελατειακό, δημιουργούν ένα θανατερό κλίμα σε αυτή την άχρωμη πολιτεία.

Mια ολόκληρη γενιά αισθάνεται πως όλοι οι άλλοι βολεύονται και της στέλνουν τον λογαριασμό - και έχει δίκιο. Πλησιάζουν οι εκλογές και είμαι εξαιρετικά περίεργος να ακούσω τι έχουν να μας πουν. Σε αυτή τη γενιά, τη φορτωμένη τη ρετσινιά της «απολιτικής» ποιος θα τολμήσει να μιλήσει και τι να της υποσχεθεί;

(Πολλές ιδέες και εκτεταμένη λογοκλοπή από το www.g700.blogspot.com)

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2007

Η πατρίδα μου, μια ξένη χώρα

“Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.”
«Ονήσιλος», Παντελής Μηχανικός

Περάσαμε απέναντι, από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Στην αρχή ένα σφίξιμο, λες και όλοι οι μύες είχαν τεντωθεί στο έσχατο σημείο. Οι αισθήσεις είχαν διεγερθεί και μια ανατριχίλα με διαπερνούσε. Οι μυρωδιές, το τοπίο. Όλα αλλιώτικα, ένας άλλος κόσμος.

Ανεβήκαμε τον Πενταδάκτυλο. Μετά από μια στροφή, άξαφνα, η θάλασσα της Κερύνειας. Κατηφορίσαμε αργά, βλέποντας την πόλη να διαγράφεται μπροστά μας. Παντού σημαίες, αγάλματα, πανό. Στο λιμανάκι, άναρχη τουριστική ανάπτυξη, μυρωδιά από διπλοτηγανισμένο λάδι, πινακίδες, ασχημονίες στα πρότυπα της Αγίας Νάπας. Δίπλα το κάστρο, το καράβι της Κερύνειας. Κιτς ψευτομουσειακές εκθέσεις, παραπλανητικές αναφορές για την ιστορία του τόπου. Αν τις πιστέψεις, θα μάθεις ότι από τους νεολιθικούς χρόνους η Κερύνεια πέρασε στους Οθωμανούς, μετά από σύντομες διαδοχές των δυτικών. Μια φράση με φτύνει στο πρόσωπο: “Girne, once known as Kyrenia….”. Στην κορυφή του κάστρου αγνάντεψα τη θάλασσα. Δεν ήξερα με ποιον να οργιστώ περισσότερο: με αυτούς που συστηματικά αλλοιώνουν ή με εμάς που είχαμε την ευκαιρία να ξαναγυρίσουμε και με την άρνηση μας, συναινέσαμε στη συνέχιση της τραγωδίας...

Πήραμε το δρόμο για ανατολικά, στον παραλιακό δρόμο για την Καρπασία. Χωρίς αίσθηση του χρόνου και των αποστάσεων. Οδηγούσα βυθισμένος σε σκέψεις που μου έρχονταν αλλόκοτα. Οι υπόλοιποι σιωπηλοί, προφανώς πελαγοδρομούσαν στα ίδια. Η άλλη πλευρά του Πενταδακτύλου. Βγαίνοντας από την Κερύνεια και για απόσταση χιλιομέτρων χιλιάδες εξοχικές κατοικίες, εκατοντάδες οικισμοί. Διαφημιστικές πινακίδες από τα real estate γραφεία που πουλάνε για 30 με 50 χιλιάδες λίρες ένα εξοχικό.

Στο μυαλό μου αντηχούσε η φωνή μιας άγνωστης κυρίας, που με είχε πάρει τηλέφωνο στο γραφείο τις προάλλες. Ήθελε να προσφύγει στο ΕΔΑΔ για την περιουσία της στη Λάπηθο. «Ξέρω ότι ό,τι τζιαι να γινεί, τζιαι να λυθεί, εν θα μας τα δώκουν πίσω. Έσιει 30 χρόνια περιπαίζουν μας. Εδιούσαν μας 6 λίρες το μήνα, πως ήμαστουν πρόσφυγες. Έχω 3 κόρες, ίντα που να τες κάμω; Επήρα τες, είδαν τα. Μα, εν εζιήσαν ποτζεί, τζιαι εν τα νώθουν δικά τους».

Φτάσαμε μέχρι το Μπογάζι κι από εκεί γυρίσαμε για Αμμόχωστο, «θαλασσινός ο κόρφος σου κι ανθοί στις αμασχάλες». Άλλα ονόματα, που σβήνουν τα πρώτα. Ξέρετε εσείς χωριό με το όνομα «Yeni Bogazici»; Ίσως ξέρει κάποιος τον Άγιο Σέργιο.... Ο δρόμος μας έβγαλε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Χωρίς συντήρηση, ζωσμένη σε μια ανείπωτη παρακμή. Πιο πέρα μια κλειδαμπαρωμένη εκκλησία. Από μια χαραμάδα, βλέπω την καταστροφή και μια αποφορά περιττωμάτων μου φέρνει αναγούλα. Πέσαμε πάνω σε ένα φυλάκιο που ελέγχει την πρόσβαση στα Βαρώσια. Ένας στρατιώτης μας λέει να φύγουμε. Πήρα το δρόμο του γυρισμού για την «κανονική» μου πατρίδα.

Η ιστορική μνήμη σβήνει. Ότι μαρτυρεί την παρουσία μας, καταστρέφεται. Ο κόσμος προσαρμόζεται, ξυπνάει και κοιμάται με την καθημερινή την έγνοια του. Την κρίσιμη ώρα παπαγαλίζει ηχηρές αρνήσεις. Σε λίγο καιρό, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο.
Στριφογυρίζει στο μνήμα του ο ποιητής: "Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων/ έφτασε στη Σαλαμίνα/ φρύαξε ο Ονήσιλος. Άλλο δεν άντεξε./ Άρπαξε το/ καύκαλό του και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.... "