Δευτέρα, 30 Απριλίου 2007

Αδιέξοδοι καιροί, ανοχύρωτες πολιτείες (2)

Δυστυχώς, δεν γίνεται αντιληπτό ότι από το 1974 αναπτύσσεται στο βόρειο κομμάτι της πατρίδας μας ένα ξεχωριστό μόρφωμα. Δεν εννοώ μόνο υπό την έννοια ενός μορφώματος που επιθυμεί να αναγνωριστεί ως αυτεξούσια οντότητα, αλλά ως ένας άλλος πολιτισμός που αναπτύσσεται ανεξάρτητα από τις ελεύθερες περιοχές. Τα ίχνη του πολιτισμού μας καταστρέφονται και η ιστορική φυσιογνωμία του τόπου διαστρεβλώνεται. Σε ορίζοντα δύο γενεών, το πληθυσμιακό ισοζύγιο θα έχει αλλάξει εις βάρος μας, με νέα τετελεσμένα να προβάλλουν στον ορίζοντα. Τι κάνουμε για να τα αποτρέψουμε όλα αυτά;

Αποφάσισα, μετά από έντονη αμφιταλάντευση, ότι τον προσωπικό αγώνα θα τον δώσω από αλλού. Και αφού θεωρώ ότι η σιωπή έχει κάνει διαχρονικά κακό σε αυτόν τον τόπο, πιστεύω ότι όλοι οφείλουμε να μιλήσουμε τώρα. Ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του. Να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και μάλιστα, τώρα που το διακύβευμα αιωρείται ακόμα πάνω από τις ζωές των ανθρώπων και τείνει να καταστεί τετελεσμένη μοίρα και όχι εκ των υστέρων, όταν η ετυμηγορία των καιρών καταγραφεί ανέκκλητα στα κιτάπια Ιστορίας.

Πιστεύω ότι και ο τόπος μας ζει σε μια περίοδο μετάβασης. Στην άλλη άκρη του χρονικού τούνελ, μας περιμένουν είτε η διχοτόμηση είτε η συμβίωση σε ένα κοινό κράτος. Το πως θα μας φανερωθεί ο μέλλοντας χρόνος δεν υποτάσσεται σε κάποιον άπιαστο ντετερμινισμό, αλλά εξαρτάται κι από εμάς. Κι αν είναι να μάθουμε κάτι από την Ιστορία μας για να ατενίσουμε το μέλλον, ας είναι το ότι η προσπάθεια επιβολής του ενός επί του άλλου είναι ατελέσφορη και μόνο δεινά μπορεί να επιφέρει στην πατρίδα. Κι ότι μια κοινή μας προσπάθεια είναι ότι απομένει για να απαλλαγούμε από το παρόν που βουλιάζει...

Αποφάσισα να καταθέσω αυτή την αποτίμηση επειδή αρνούμαι να συναινέσω στο σβήσιμο της μνήμης της ιστορικής μας παρουσίας στο βόρειο κομμάτι της πατρίδας μας και να συντελέσω σε άλλη μια χαμένη πατρίδα. Αρνούμαι να συνεχίσω να ανέχομαι μια κυβέρνηση που οδηγεί στα τυφλά τον τόπο και διακυβεύει αψήφιστα τα συμφέροντα του τόπου και, συνακόλουθα, του Έθνους. Αρνούμαι να τελώ σε σιωπηρή απόσυρση, πειθήνιο όργανο ξοφλημένων πολιτικών, την ώρα όμως που η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Αρνούμαι να βαδίσω στις a priori χαμένες μάχες που οδηγούμαστε, μόνο και μόνο για να πέσουμε ηρωικά.

Πιστεύω στη συνείδηση του χρέους. Σε αυτήν που υπαγορεύει στον κάθε πατριώτη να παλεύει με τη στάση ζωής του και με τα όσα πρεσβεύει στη γρήγορη επανένωση της πατρίδας. Πιστεύω σε ανθρώπους της γενιάς μου που μπορούν να ονειρευτούν μέσα από το ζόφο της περιρρέουσας ότι αυτήν την πατρίδα μπορούμε να τη ζήσουμε όλοι μαζί. Πιστεύω ότι οι μάχες μπορούν να κερδηθούν και ότι η γενιά των πατεράδων μας μπορεί να προλάβει να δει την Κύπρο ενωμένη ξανά. Πιστεύω ότι πρέπει να απαλλαγούμε από την παλιά γενιά πολιτικών που διαχειρίστηκαν μέχρι σήμερα το πρόβλημα και ως εξ αυτού του λόγου φέρουν και μέρος της πολιτικής ευθύνης. Δεν πιστεύω σε μια αμιγώς ελληνοκυπριακή Κυπριακή Δημοκρατία.

Η συλλογική νάρκωση στην οποία τελεί η κοινωνία μας και η λήθη που εμπεδώνεται καθημερινά, δεν με αφορά. Απομένει στους ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες αυτού του τόπου να αγωνιστούμε μαζί, όπως μπορούμε, για μια γρήγορη λύση, που θα δώσει ξανά μια προοπτική για την Κύπρο.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2007

Αδιέξοδοι καιροί, ανοχύρωτες πολιτείες (1)

Είναι μήνες τώρα που πολλές σκέψεις με βασανίζουν για το Κυπριακό. Οι μετα-δημοψηφισματικές στρατηγικές επιλογές μας απέτυχαν να συλλάβουν τις παραμέτρους που διαμορφώθηκαν γύρω από αυτό και να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τις σωστές κινήσεις. Η διαπίστωση των αποτυχιών δεν είναι θέμα προσωπικής πολιτικής εκτίμησης. Συνάγεται σαφώς από τη ρητορική που αναπτύχθηκε πριν από κάθε καμπή, και την αναντιστοιχία της με τα αποτελέσματα που επακολούθησαν.

Η προσωπική ανησυχία μετεξελίχθηκε σε διαφωνία. Η διαφωνία αυτή με την εφαρμοζόμενη πολιτική στο Κυπριακό και η αδυναμία μου, λόγω συνειδήσεως, να συνεχίσω να εργάζομαι σε ένα οργανισμό που ως εκ της αποστολής του καλείται να την εφαρμόσει, με οδήγησε στην παραίτηση από τη διπλωματική υπηρεσία.
Η πολιτική που ακολουθείται καταδικάζει την πατρίδα μας στην οριστική διχοτόμηση. Δυστυχώς, η δυναμική επίλυσης του προβλήματος που είχε αναπτυχθεί με την ένταξη μας στην Ε.Ε. και την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας, έχει ακυρωθεί και από τη μονοθεματική στρατηγική μας.

Η θεμελιώδης σκέψη του εγχειρήματος της ένταξης στηριζόταν στο ότι θα δημιουργούσε την αναγκαία δυναμική για ενσωμάτωση της Κύπρου στην ΕΕ και ενίσχυση της κυριαρχίας της, για εφαρμογή του Κοινοτικού δικαίου, με ευεργετικές συνέπειες στο πολιτικό πρόβλημα και, τέλος, για ενίσχυση της πρωτοβουλίας του ευρωπαϊκού παράγοντα στο Κυπριακό. Η πορεία δεν ήταν εύκολη. Η Ελλάδα ξόδεψε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο για να αποτρέψει την υπερίσχυση της αυθαίρετης διασύνδεσης λύσης και ένταξης. Η Κύπρος δεν κατέστη όμηρος των τουρκικών επιδιώξεων και κατόρθωσε να ενταχθεί στην ΕΕ χωρίς προσκόμματα. Σήμερα, βρισκόμαστε σε δυσμενή θέση και σε αναζήτηση έστω και ενός αξιόπιστου συμμάχου. Ακόμα και οι σχέσεις μας με την Ελλάδα έχουν δηλητηριαστεί, έστω κι αν οι διαψεύσεις επιμένουν περί του αντιθέτου. Κι αυτό αποτελεί πολιτική αυτοχειρία...
Η παρουσία της Κύπρου εξαντλείται στη χρησιμοθηρική αντιμετώπιση της ΕΕ για επίτευξη σκοπών χωρίς προοπτική. Αντιμετωπίζουμε την Κοινότητα ως άλλον ένα δικαστικό θεσμό. Η πραγματικότητα μας ξεπερνάει και εδώ. Η Κύπρος αντιμετωπίζει προβλήματα και πιέσεις από τους εταίρους της σε σχέση με την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας και την αναβάθμιση του ψευδοκράτους στο διεθνές πεδίο. Συρόμαστε σε συμβιβασμούς που άλλοτε επιβεβαιώνουν τα αυτονόητα και άλλοτε μας φέρνουν σε δυσχερέστερη θέση. Και γι' αυτή τη διαπίστωση, απτή (και δυστυχώς, όχι μοναδική) απόδειξη είναι τα αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2006.

Φοβάμαι ότι αποτύχαμε. Αν η πολιτική είναι όντως η τέχνη του εφικτού αποτελέσματος, η ισχνότητα των επιτευγμάτων δείχνει αναπόδραστα την ανεπάρκεια της σημερινής πολιτικής. Στα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί σοβαρές οπισθοδρομήσεις. Όλη η πολιτική μας προσανατολίζεται στην εφαρμογή του Πρωτοκόλλου, στην απροσδιορίστου περιεχομένου "ομαλοποίηση" και στην λειτουργία τεχνικών επιτροπών σε μελλοντικό χρόνο. Ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της πλευράς μας.

Ένα ακόμα πεδίο όπου υπάρχει σταδιακή αναστροφή του ισοζυγίου είναι το ΕΔΑΔ. Το κεκτημένο των υποθέσεων της Λοϊζίδου και της διακρατικής αποδυναμώνεται. Ο κίνδυνος αναγνώρισης δικαστικών θεσμών στα κατεχόμενα δεν είναι πια δυνητικός, αλλά μια σαφής προοπτική που θα υλοποιηθεί μέσα στα επόμενα χρόνια. Η ενθάρρυνση της υποβολής μαζικών προσφυγών και η ανυπαρξία καθοδήγησης μας οδηγεί στην αχρήστευση ενός ακόμη επιχειρήματος. Συνέπεια κι αυτό του γεγονότος ότι επιθυμούμε να μετατρέψουμε το Κυπριακό σε ένα απέραντο δικαστηριακό τοπίο. Κι όσο εμείς επιμένουμε να βαδίζουμε μέσα στη νύχτα, στα κατεχόμενα κάποιοι χτίζουν και χτίζουν και χτίζουν...

Πού οδηγούμαστε;

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2007

Γιατί πέθανε ο Patrice Lumumba;

Στις 17 Ιανουαρίου του 1961, ο Patrice Lumumba, πρώτος Πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό εκτελέστηκε από τους συμπατριώτες του, στους οποίους τον είχαν παραδώσει οι Βέλγοι πρώην αποικιοκράτες. Ο Lumumba ήταν εξέχουσα ηγετική μορφή και διακήρυξε με πάθος την αφρικανική ενότητα, την εθνική ανεξαρτησία και την οριστική αποαποικιοποίηση. Το πολιτικό φλερτ του με τους Σοβιετικούς και ο αγώνας του για εθνική αξιοπρέπεια ενάντια στην αποικιοκρατία, τον στοχοποίησαν στα μάτια των δυτικών, που απεργάστηκαν το τέλος του.

Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του, μια ομάδα αποφάσισε να ονομάσει την κεντρική πλατεία της παλιάς Αγλαντζιάς με το όνομα του. Για το σκοπό αυτό, κάρφωσε την επιγραφή «Πλατεία Πατρίς Λουμούμπα», στην ήδη φέρουσα το όνομα του αγωνιστή της ΕΟΚΑ πλατεία Κυριάκου Καραολή. Σε επίπεδο συμβολισμών, το θέμα ήταν ξεκάθαρο: η Αριστερά, πιστή στις διεθνιστικές διακηρύξεις της, είχε ταυτιστεί με τον αφρικανό πατριώτη που δολοφονήθηκε από τις καπιταλιστικές-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Από την άλλη, η εγχώρια Δεξιά, έχοντας επικρατήσει στον αγώνα για την εξουσία, είχε αποδυθεί στην ιδεολογική/πολιτική επικράτησή της μέσα από τους μηχανισμούς της Εκκλησίας, της εκπαίδευσης, των δυνάμεων ασφαλείας και δευτερευόντως της ονοματοδοσίας δρόμων, πλατειών και κτηρίων.

Η πρόσφατη πολιτική ιστορία μας περιέχει κι άλλες, ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, ιστορίες για το πώς οι αντίπαλες παρατάξεις (ιδεολογικά, εθνοτικά ή και τα δύο) συγκρούστηκαν στο νησί μας. Κοιτάζοντας από την ασφαλή απόσταση των 40 και πλέον χρόνων, είμαι βέβαιος ότι η προεξάρχουσα διάσταση τους είναι αυτή ενός περιστατικού που μπορεί να προκαλέσει ένα χαμόγελο.

Η δεύτερη ανάγνωση όμως, με βάζει σε σκέψεις, σε συνδυασμό με μια σειρά άρθρων που έχουν δημοσιευτεί πρόσφατα στον έντυπο Τύπο. Με ορίζοντα τις επόμενες προεδρικές εκλογές, η συλλογιστική τους βασίζεται στη λογική της διαρκούς και αέναης σύγκρουσης δυο παρατάξεων. Στο χωνευτήρι αυτής της σκέψης, μπαίνουν όλα: ποιοι ήταν με ποιους και πότε, με το Μακάριο, στις φασαρίες του ‘63, με το Γρίβα, στο πραξικόπημα, στην εισβολή, με τον Κληρίδη/Βασιλείου /Κυπριανού στην κυβέρνηση, στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, στο «ναι» και «όχι» του δημοψηφίσματος.

Ο λόγος του προβληματισμού μου έγκειται στο γεγονός ότι μέσα στην αφελή απλότητά της, η σκέψη αυτή έχει την ιδιοτέλεια να προσεγγίζει τα μελλοντικά πολιτικά διακυβεύματα με όρους του παρελθόντος. Η εκ των προτέρων προσπάθεια του διαχωρισμού με εννοιολογικά εργαλεία του παρελθόντος είναι καταδικασμένη να δώσει λανθασμένες απαντήσεις, αφού αυτό που θα κριθεί στις επόμενες εκλογές δεν είναι η στάση και οι πεποιθήσεις του καθενός έναντι ιστορικά τετελεσμένων γεγονότων, αλλά η ετοιμότητα του να αντιμετωπίσει τα διλήμματα και τα ζητούμενα της Κύπρου που βαδίζει στον 21ο αιώνα.

Πιστεύω ότι η παρελθοντολογία, η προγονοπληξία, η εμμονή στις πρακτικές και την (α)πολιτική σκέψη της δεκαετίας του ‘60 είναι λόγοι που συνέτειναν στο να δοκιμαστεί αυτός ο τόπος τόσο σκληρά. Το τραγικό είναι ότι, ακόμα και σήμερα, οι φορείς εκείνων των αντιλήψεων είναι στο πολιτικό προσκήνιο και συνεχίζουν να ορίζουν τα πράγματα. Αλήθεια, να μην αντιλαμβάνονται άραγε ότι και οι δικές τους ανεπάρκειες και αστοχίες συνέβαλαν στη σημερινή κατάσταση;

Η μεταπολεμική γενιά μου άκουσε νωρίς το ευαγγέλιο του εθνοτικού μίσους και του εμφύλιου σπαραγμού και ευτυχώς, το προοδευτικό κομμάτι της κουράστηκε γρήγορα από αυτό. Οι παλαιότερες διαμάχες, οι προαιώνιες προσωποπαγείς παρατάξεις και οι φθαρμένοι πολιτικοί μας έχουν κουράσει πριν καν φτάσουν στη δεύτερη παράγραφο του λογυδρίου τους και δεν έχουμε πια καιρό και φαιά ουσία για να σπαταλήσουμε σε ανούσιες κόντρες και ανέξοδες δημοκοπίες, που μας καθηλώνουν σε ένα εύπλαστο παρελθόν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει σήμερα συνειδητοποιημένος 30άρης που θα προστρέξει για χάρη κανενός - να προβεί στην ανάλογη για τα σημερινά δεδομένα ενέργεια - να καρφώσει πινακίδες για να ονοματοδοτήσει μια πλατεία.

Οι παλιές αντιπαλότητες, τα παραδοσιακά-πελατειακά κόμματα και τα στερεότυπα πολιτικής που βιώσαμε έως εδώ, είναι σκουριασμένα, άχρηστα εργαλεία και δεν συγκινούν κανέναν, πέρα από μια κομματοκρατική ελίτ και τους παρατρεχάμενους της. Η συνακόλουθη σκέψη είναι ότι αυτό που η γενιά μας απαιτεί είναι νέους ανθρώπους στην πολιτική, με ιδέες που θα απελευθερώνουν από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και θα απαντούν γενναία τις ερωτήσεις που θέτει το μέλλον. Ανθρώπους μετριοπαθείς, προσανατολισμένους στην επίλυση προβλημάτων μέσα από ορθολογιστικές και αξιοκρατικές διαδικασίες και με έγνοια τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό μας, που δεν ήρθε ακόμη.

Το θέμα συνδέεται ευθέως και πρωτίστως με τις επερχόμενες εκλογές. Αναγνωρίζω ότι οι παράμετροι για την επιλογή ενός υποψηφίου σε αυτές είναι σύνθετοι και πολύπλευροι. Ωστόσο, με τις δύο διαφαινόμενες υποψηφιότητες, η επιλογή με βάση τα πιο πάνω καθίσταται αυτονόητη...

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

Berlin '50 - Λευκωσία '07



Προχθές, είχα την ευκαιρία να πάω στη φωτογραφική έκθεση του Bresson. Οι γνώστες, δηλαδή όχι εγώ, θα υποκλίνονται ήδη ταπεινά στο άκουσμα του ονόματος του διάσημου φωτογράφου. Για τη δύναμη των φωτογραφιών του μπορεί κάποιος να πάρει μια ιδέα, ψάχνοντας κάποια έκδοση ή αναζητώντας τες στο διαδίκτυο.
Αυτή που με συγκίνησε περισσότερο, ίσως γιατί τις τελευταίες μέρες μίλησα με πολύ νέο κόσμο για τη διχοτόμηση, είναι η διπλανή φωτογραφία, με τίτλο (νομίζω) "Το ανατολικό Βερολίνο όπως φαίνεται από το δυτικό", τραβηγμένη κάπου στη δεκαετία του '50.
Οι συνειρμοί είναι προφανείς- ας μη λέμε τα αυτονόητα....

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2007

(Αριστερές) Μελαγχολίες

(...αντιγραφή από τον Σ.Κ.)

Εδώ, στη μέση της πλατείας έξαλλος θα κραυγάζω !..
Θα ξεσκεπάζω μπρος στα μάτια σας
τα πράγματα που τάχατε δεν ξέρετε,
θα ξεδιπλώνω μπρος στα μούτρα σας τη φρίκη
που δήθεν αγνοείτε και τη βαφτίζετε συκοφαντία,
νοσηρή φαντασίωση ή μελοδραματισμό…

Εξήγηση, Τίτος Πατρίκιος


Με κοίταξε για άλλη μια φορά με εκείνο το βλέμμα, βρέχοντας με, με ένα ωκεανό δυσπιστίας. Ίσως να σκεφτόταν ήδη ότι ήμουν yet another ψευτοκουλτουριάρης που απλά πετάει αριστερίστικα τσιτάτα, που ούτε καν γνωρίζει από που είναι και γιατί γράφτηκαν. Τα γαλόνια από τον καιρό της Προοδευτικής βάραιναν στους ώμους του κι εγώ δεν είχα καμιά ιδεολογική ουλή για να αποδείξω ότι ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης. Δεν πρόκειται να ψηφίσω ποτέ δεξιό, μου πέταξε στα μούτρα.

Δεν τον αδικούσα - κι εξάλλου ποιος είμαι εγώ που θα τον κρίνω και στην τελική ποιος ξέρει σε αυτή την τρανσέξουαλ εποχή ποιος είναι αριστεροδέξιος; Τον τελευταίο καιρό τον έβλεπα να δυσανασχετεί με τις ειδήσεις που τον χαστούκιζαν. Έβλεπε τα αδιέξοδα, το αραίωμα των επαφών με τους τουρκοκύπριους, τα μισόλογα και την ολοκληρωτική μεταστροφή του κλίματος, δύσκολα τον έπειθαν πλέον οι άνωθεν γραμμές, οι ανακόλουθες ερμηνείες, εγκλωβισμένος και αυτός όπως χιλάδες τόσοι ανάμεσα σε ιδέες, συλλογικότητες, κομματικές ταυτότητες και πειθαρχίες, μα περισσότερο από όλα, εγκλωβισμένος στις σιωπές. Είναι πολλά που δεν τα καταλαβαίνεις, μα δεν πειράζει, έχουμε χρόνο με καθησύχαζε.

Όχι, δεν έχουμε, δεν με καταλαβαίνεις, ο χρόνος όλος δεν φθάνει για να διαβάσει κανείς όλα τα βιβλία, να αγωνιστεί όλους τους αγώνες, να ελπίσει όλες τις ελπίδες, να ιστορίσει όλες τις ιστορίες, θα έρθει η στιγμή που δεν θα έχει αύριο, μ’ ακούς, ξέχνα τον Λένιν, τον Μπρεχτ, τον Τρότσκι, άσε τον Τσε, τον Μαρξ, τον Ιονέσκο, κι αυτοί έφθασε η στιγμή που ένιωσαν την ματαιότητα, ίσως τότε να αντάλλασσαν όλα τα τσιτάτα τους, όλους τους αγώνες για ένα ακόμη φιλί, μια ακόμη προσπάθεια, ίσως και όχι, είναι περίεργο το μυαλό των ανθρώπων, δε σκέφτονται όλοι όπως εγώ, κι είναι καλύτερα έτσι, μα ξέρω ότι έχω δίκιο, κάθε τραγούδι έχει άλλο στίχο, μα όλα λένε το ίδιο πράγμα, ότι δεν αξίζει να τα ακούς μόνος σου, άσε τις εμμονές σου που σε κρατούν καθηλωμένο, την εξουσία και την προστυχιά της που σε εκπορνεύει, σ’ αυτό τον τόπο τώρα, σ’ αυτόν τον κόσμο για πάντα, δύο θα είναι οι καταστάσεις, η πρόοδος και η συντήρηση, αυτοί που κάνουν τον κόσμο να προχωράει μπροστά και ονειρεύονται δυνατά κι αυτοί που υποτάσονται στην οπισθοδρόμηση και προσκυνούν στους ναούς του πειθήνιου ερέβους, μα εσύ εξακολουθείς να με κοιτάς δύσπιστα και δεν ξέρεις κι ούτε μπορείς να βρεις τα λόγια για να μου πεις κάτι σάφες και καθαρό, τώρα που πλησιάζει ο καιρός κι η ιστορία σου μιλάει αλλιώς, και όλα τα διλήμματα σου συμπυκνώνονται σε ένα, τώρα που δεν θα σου συχωρεθουν άλλες αναβολές και υπεκφυγές και είναι εσύ που πρέπει πια να διαλέξεις, γιατί το ξέρεις πια καλά πως το αύριο δεν έρχεται πάντοτε....

Σάββατο, 7 Απριλίου 2007

Κράτος γερόντων

«Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα
από αναντικατάστατους»
Σαρλ ντε Γκωλ

Με τους συνομήλικους μου το θέμα επανέρχεται όλο και συχνότερα στις πυρετώδεις συζητήσεις. Αυτή η κοινωνία, είναι μια κοινωνία γερόντων. Πρόεδροι, αντιπρόεδροι, κομματάρχες, υπουργοί. Στη δουλειά, στην αγορά, στα γραφεία, στο Δημόσιο. Όλα ελέγχονται και κατέχονται από ανθρώπους που ήδη θα έπρεπε να είχαν αποσυρθεί σε μια εξοχική κατοικία και να φροντίζουν τον κήπο τους. Κι ασφυκτιούμε…

Δυστυχώς, όλοι αυτοί θεωρούν εαυτούς αναντικατάστατους ή το χειρότερο ακόμα, τους θεωρούν οι ασκούντες την εξουσία (πολιτική και οικονομική) ως τέτοιους. Για αυτό και συνεχίζουν να ανακυκλώνονται στις σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές θέσεις. Σε συνδυασμό με τα κουμπαριλίκια, τις παλαιές φιλίες, τα κομματικά κοσκινίσματα και την ανταπόδοση παλαιών οφειλών, οι «άξιοι» να τοποθετηθούν σε κάποια αξίωμα περιορίζονται δραστικά σε ένα μικρό κατάλογο ανθρώπων. Ο μέσος όρος ηλικίας των ανώτατων αξιωματούχων αυτού του κράτους ακροβατεί ανάμεσα στα δεύτερα και τρίτα –ήντα.

Από την άλλη, οι νέοι άνθρωποι. Με σπουδές, εμπειρίες στο εξωτερικό, ανοιχτό πνεύμα. Έτοιμοι να μπουν στην παραγωγική διαδικασία και να διεκδικήσουν παράλληλα να έχουν λόγο στα πολιτικά δρώμενα. Κι όπως δείχνει και η πρακτική είτε αποκλείονται από το κλειστό κύκλωμα των γερόντων είτε αναγκάζονται να το υπηρετήσουν για να μπορέσουν κάποια μέρα, στα δικά τους –ήντα, να εξαργυρώσουν την υποταγή με μια ανάλογη θέση.

Είμαστε μια κοινωνία σε μαρασμό, αμετάβλητα ταξική, με μια κάστα ανθρώπων να διαφεντεύουν τις τύχες αυτού του τόπου. Η προσδοκία για πρόοδο και αλλαγή δεν ευοδώνεται ποτέ αφού συναντά την αντίδραση ή την αδιαφορία. Οι νέες ιδέες και αντιλήψεις δύσκολα περνούν και συχνά μεταλλάσσονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υπηρετούν και να διαιωνίζουν την καθεστηκυία τάξη. Πιστεύω ότι είναι και αυτό ένα είδος κοινωνικού αποκλεισμού.

Αν συνεχίσουμε με αυτό το ρυθμό, δεν υπάρχουν και πολλά για να αναμένει κάποιος. Με τον καιρό βυθιζόμαστε σε ένα συλλογικό λήθαργο, σε μια μαγική ραστώνη και κάθε προσπάθεια για αλλαγή γίνεται αφόρητα ενοχλητική σε όσους ζουν σε αυτό το κλίμα και για όσους βλέπουν τις προσπάθειες τους να πέφτουν στο κενό. Από την άλλη τα οράματα της νέας γενιάς για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, ζωντανής και δημιουργικής, μαζί με την εναγώνια αναζήτηση ενός διαφορετικού κόσμου παραμένουν το διαρκές- και ανεκπλήρωτο- ζητούμενο για εμάς. Ξαφνικά, θυμάμαι μια αφίσα μιας φοιτητικής ομάδας στο Αριστοτέλειο: «Οι δικές μας ιδέες δεν χωράνε στα δικά τους καλούπια»…

Ο δρόμος μπροστά δεν αφήνει πολλές επιλογές. Μπορείς να ζήσεις σε μια κοινωνία ρινόκερων, όπως στο έργο του Ιονέσκο, αποδεχόμενος να μεταμορφωθείς αργά ή γρήγορα σε τέτοιον ή να προσπαθήσεις με το δικό σου τρόπο, μέσα από συλλογικότητες ή ατομικές δράσεις, να βρεις το ρήγμα και από εκεί να ξεχυθείς με οργή και πόθο στο φως….

Τρίτη, 3 Απριλίου 2007

Η Σημασία των Βλακών εν τω Συγχρόνω Βίω

"Οι ηλίθιοι είναι αήττητοι"
Νίκος Εγγονόπουλος

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Κατ' ακρίβειαν, είναι παντού, όπου και αν γυρίσετε το βλέμμα. Στο δημόσιο, στην αγορά, στις συναναστροφές, στη δουλειά και κυρίως στα κόμματα. Ειδικά για τα τελευταία, ο Ευάγγελος Λεμπέσης έγραφε ήδη από το 1941: "Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατον περισσοτέρας πάσης φύσεως οργανώσεις, εξηγειται πρώτον μεν εκ τις ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ην μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ου και το μισος του κατα του ατόμου και του ατομικισμου), δεύτερον δε εκ του ατομικου ζωώδους πανικου, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, εκ του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εις το παντός ειδους προλεταριάτον".
Ο προσδιορισμός τους δεν είναι θέμα βιολογικής καταβολής και γονιδιακών μεταλλάξεων. Ούτε καν συνέπεια της όποιας ακαδημαϊκής εκπαίδευσής τους. Η βλακεία είναι αταξική! Μάλιστα, σήμερα οι περισσότεροι είναι απόφοιτοι πανεπιστημίων και κάτοχοι λαμπρών μεταπτυχιακών τίτλων, τοποθετημένοι στην κρατική μηχανή σε καίρια πόστα, λεφτάδες ολκής από νεφελώδεις επιχειρηματικές δραστηριότητες και πολυπράγμωνες θαμώνες των τηλεοπτικών πάνελ, όπου, ειρήσθω εν παρόδω, το είδος ευδοκιμεί εν αφθονία.
Μαζί με την ικανότητά τους να αποδομούν με μια απλή κίνηση τα πιο σύνθετα και κοπιώδη έργα των ευφυών, δεν μπορεί παρά να τους αναγνωριστεί και κοινωνικός ρόλος, αφού είναι απαραίτητοι για τις πάσης φύσεως ελίτ, που τους χρησιμοποιούν για να διαιωνίζουν τις εξουσίες τους. Πάρτε για παράδειγμα, ικανό αλλά όχι μοναδικό, αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές όπου ο δημοσιογράφος-παρουσιαστής καλεί έναν πολιτικό. Μακριά από πολιτικές αναλύσεις επιχειρημάτων, με ημερήσια διάταξη παντός καιρού και αφελείς ερωτήσεις "άλλαντάλλων", οι δυο τους ενσαρκώνουν και αποτυπώνουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τα πιο πάνω. Ο βλαξ αναδεικνύει με κολακίες και ερωτήσεις-πάσες το φιλοξενούμενο, προσδοκώντας τη μελλοντική εύνοια ή την εξαργύρωση της "αγιογραφίας" και ο πολιτικός καταφέρνει να αγοράσει τηλεοπτικό χρόνο για να πουλήσει την εικόνα του στους μικροαστούς πιστούς της AGB, μιλώντας ανιαρά και ακατάπαυστα για πρόσωπα και γεγονότα, που προκαλούν πνευματικό black (βλακ) out. Θύμα βέβαια και των δύο, η νοημοσύνη του θεατή που, ταμπουρωμένος στην πολυθρόνα του, βάλλεται πανταχόθεν χωρίς καν να έχει την πολυτέλεια του ζάπινγκ - απλά, στο επόμενο κανάλι τον περιμένουν τα ίδια.

Είναι αναρίθμητοι και λειτουργούν κατά ταυτόσημο τρόπο. Άρα, μπορεί κανείς να έχει άμεση προσβαση σε αυτούς ανά πάσα στιγμή και να ποντάρει όλα τα ευρώ του στο ότι θα επιτελέσουν την ανατεθείσα σε αυτούς αποστολή κατά τον ίδιο τρόπο. Η σημασία τους, λοιπόν, είναι αυτή: αποτελούν την πρώτη ύλη της κοινωνίας μας, το πιο καλολαδωμένο γρανάζι του συστήματος, αφού το δημιουργούν, το στηρίζουν, ζουν από αυτό και το αναπαράγουν.
Γι' αυτό άλλωστε δεν είναι αμετακίνητοι, παρά τις εναλλαγές στην εξουσία; Καημένε Εγγονόπουλε, πόσο συχνά σε σκέφτομαι τελευταία...