Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Οι ζωές των άλλων



«Οι φίλοι μου όλοι εδώ και χρόνια
ζευγάρια γίναν, φτιάξαν σπίτια
μονάχα εμένα χάσκει ακόμα
χωρίς μια στέγη ετούτη η αλήθεια»

Λ. Νικολακοπούλου

Περίεργη που είναι η εποχή! Όλα μοιάζουν να τελούν σε ένα αέναο περιδινισμό. Οι μέρες, οι εβδομάδες κυλούν «σαν τον αφρό στα δάκτυλα του ναύτη». Η δύναμη των μύθων μας εγκαταλείπει, οι λέξεις της εσωτερικής αφήγησης βαλτώνουν ανείπωτες και μαζί της κι η ιστορία που φτιάχνουν οι παρέες - για να θυμηθούμε και τις καλές στιγμές του Νιόνιου.

Απ’ την άλλη η νοσταλγία στήνει ενέδρες και ξόβεργες που σ’ εγκλωβίζουν σε μια ρωγμή του χρόνου. Παλιοί στίχοι σε περιμένουν στην επόμενη γωνιά και σου ζητούν να τους δηλώσεις αυθωρεί και παραχρήμα αν στ’ αλήθεια εσύ είσαι όντως εσύ ή είσαι πια ένας άλλος.

Γύρω, οι φίλοι παντρεύονται, βρίσκουν δουλειές, παίρνουν δάνεια, κάνουν παιδιά. Κυνηγάνε το κάθε μέρα τους μέσα σε μια φουρτούνα οργής και αδιαφορίας, ξεπεταγόμενοι από το βυθό της ανάγκης κάθε τόσο, ίσα - ίσα για να πάρουνε αέρα. Χαίρονται με τα bonus που τους πετάει σαν ξεροκόμματο το αφεντικό, ξεχνώντας ότι ουσιαστικά τους επιστρέφει την υπεραξία της δικής τους εργασίας.

Κάνουνε όνειρα για σπίτια, διαμερίσματα, νέα μοντέλα αυτοκινήτων. Νοσταλγούν ένα μέλλον, που πολύ φοβάμαι δεν θα τους φανερωθεί, για ταξίδια, που πολύ πιθανόν δεν θα γίνουν ποτέ, αλλά λειτουργούν σαν άλλοθι, σαν ένα παυσίλυπο για ένα ραγισμένο παρόν. Κι όλοι μαζί βάζουν υποθήκη τα όνειρά τους, προσδοκώντας την εκλογή του τάδε ή του δείνα που θα τους βολέψει, θα «κανονίσει», θα βρει την άκρη μωρέ. Από κοντά και το άλλο παρεμπόριο ελπίδας, με τον ασταμάτητο τζόγο, τα τζακ-ποτ, τα τζόκερ, τα λαχεία. Όλα, σε μια διαρκή αναβολή, χρόνος μελλοντικός, ελπίδα κρυφή. Μην με πείτε (μόνο) απαισιόδοξο…..

Ξεχνάμε έτσι το παραπέρα, το επέκεινα των πραγμάτων. Είδατε; Έβαλα πρώτο πληθυντικό γιατί με τον ένα ή άλλο τρόπο μας αφορά όλους. Αφορά τις συλλογικές αξίες της κοινωνίας μας, τη διαμόρφωση των κοινών της αναγκών και το σχηματισμό των αυριανών της οραμάτων. Με ευκολία αποδίδουμε το πρόβλημα στο Σύστημα, το μέγα Κτήνος. Κι όμως αγνοούμε πως αυτό ζει, συντηρείται και αναπαράγεται από χιλιάδες μικρά κτηνάκια εκεί έξω. Εμάς;

Άλλοι αγωνιούν σφόδρα για τις εκκλησίες, τα λουλούδια του γάμου, τα φορέματα. Μου μιλάνε με ειλικρινή αγωνία για τα παλ χρώματα των ρούχων, τις νέες τάσεις της μοδός κι εγώ τους ακούω με ιδιαίτερη προσοχή ή τουλάχιστον προσποιούμαι, αλλά δεν μπορώ να συγκρατήσω τίποτα από όσα μου λένε. Όχι από περιφρόνηση ή υπεροψία, αλλά από μια προσωπική, αποκλειστικά δική μου αδυναμία να παρακολουθήσω τους συνειρμούς, το παραδέχομαι.

Για αυτό, παίρνω τους δρόμους, χαζεύοντας τους πρωινούς ουρανούς - κι ίσως να είναι αυτός ο λόγος που εξακολουθώ να γκρεμοτσακίζομαι ενίοτε στις τραχιές ασφάλτους της πατρίδας μας. Βγαίνω με άλλους κι αδειάζω μπουκάλια με θολά υγρά, καθώς στο βάθος παίζει μονότονα το ίδιο κομμάτι. Και πάντα το συνειδητοποιώ αργά, συνήθως στις 7 και 13 το πρωί, κι έτσι δεν έχω χρόνο να αντιδράσω, αφού είναι μόλις 2 λεπτά πριν σημάνει το ξυπνητήρι μου και βάλω κοστούμι, ρολόι, γραβάτα. Έτοιμος, δηλαδή, να βγω στο χαλασμό, αλλά γαμώτο πάλι νιώθω ότι κάτι λείπει. Να, όπως και τώρα, σ’ αυτό το κείμενο, που δεν ξέρω πως και αν μπορώ να το τελειώσω…

1 σχόλιο:

Yiota είπε...

άλλοι δουλεύουν για να χουν μια στέγη, άλλοι δουλεύουν για το χρήμα, άλλοι για την αναγνωρισιμότητα μαζί με το χρήμα και κάποιοι άλλοι για την καρέκλα! :)