Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2007

Ο μάγος κοιτάζει την πόλη


Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει~
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες...
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝlΑ

Γ. Σεφέρης
A/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει.
Καλοκαίρι 1936


Επέστρεψα. Μετά από δύο βδομάδες. Με σκόρπιες σκέψεις στο μυαλό, θολωμένος από το μέλλοντα καιρό, διφορούμενος και σκοτεινός μπροστά στην ενδελέχεια των πραγμάτων. Στην έξοδο του αεροπλάνου, ένας αδίστακτος λίβας μου καίει το πρόσωπο. Αντικρίζω ξανά το ξερό τοπίο. Πέρα μια γκρίζα θάλασσα. Αυτός ο ήλιος καίει τα όνειρα μου…

Οι κουβέντες βρίσκονται συνεχώς μπροστά στα ίδια αδιέξοδα. Μόνο που ο καθένας τα ονοματίζει αλλιώς, έτσι, για να μπορεί να ντύνει τους φόβους του και να αντέχει την είσοδο τους από την κερκόπορτα, που πάντα, μα πάντα, ανοίγει… Κατάρα κι αυτή. Να αγαπάς ένα τόπο που τόσο σε διώχνει. Με την ολιγοσύνη των ανθρώπων του. Το φτωχικό δόσιμο του. Τον στενό ουρανό. Είναι εδώ η πατρίδα, το ξέρω. Δεν είναι ο τόπος, το ταπεινό χώμα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως δεν αρκεί ούτε και η ιστορία. Που κι αυτή είναι πια τόσο ξεκομμένη από τη ζωή…

Είναι, όμως, οι άνθρωποι που μας τάχτηκαν, και συγχωρέστε μου τη μοιρολατρία και την ενδοτικότητα στον ντετερμινισμό, μα πια δεν έχω άλλες εξηγήσεις, πέρα από τα παιδικά μας χρόνια. Οι φίλοι που πορευτήκανε μαζί- παλιοί συμμαθητές και φίλοι του πρώτου καιρού. Στα πρόσωπα τους βλέπεις τον εαυτό σου να μεγαλώνει, «μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης» σε πετυχαίνει και ήδη, ξέρεις…

Είναι τα βράδια, που ο άλλος εαυτός το σκάει κρυφά από τις καθημερινές συμβάσεις και τραβάει για νυχτερινές περιπολίες στα στενά της παλιάς Λευκωσίας. Οι σκόρπιες κουβέντες και τα πνιχτά γέλια από τον ουρανό που πυροβολούν κατευθείαν στην καρδιά. Είναι όλα εδώ σαν μια αλμυρή υπενθύμιση στον ουρανίσκο. Θυμάσαι τη σκηνή από μια ταινία, τη γεύση από ένα φιλί και ένα απόγευμα του Ιούλη στα "Καλά καθούμενα", ανάμεσα σε ψευτοκουλτουριάρηδες, φρικιά και wannabe δικηγόρους. Είναι τα κίτρινα φώτα που αρχίζουν να διαθλόνται σε άλλες διαστάσεις, όσο το αλκοόλ κατακλύζει τα εγκεφαλικά κύτταρα και χαμογελάς αναίτια ατενίζοντας το υπερπέραν.

Λοιπόν, δεν έχω απάντηση, στ’ αλήθεια. Στην άλλη όχθη, η μόνη πατρίδα είναι ο χρόνος….

1 σχόλιο:

Aceras Anthropophorum είπε...

ει το φέρον σε φέρει, φέρε και φέρου,
ει δ΄αγανακτείς, και σ΄αυτόν λυπείς, και το φέρον σε φέρει.

Φέρε και φέρου φίλε μου. Μες την κάψαν του Λίβα εν δροσερος ο νοσσιός της λουλλουθκιάς. Έξι μήνες μετά την κάψαν του Μά, έρκουνται οι πρώτες βροσιές τζαι βλαστά πρασινούιν το χόρτον πας τα τραχώνια. Αν ισσιύψεις χαμηλά θα έβρεις πράματα όμορφα τζαι ανόρπιστα που βλαστούν μόνον σε τόπους σιέρισσους με χώμαν λλίον τζαι φτωχόν: Αστράγαλια (Astragalus Cyprius), Σαλέπια (Orchis Italica), Μελισσούθκια (Ophrys Umbilicata), Νηλιούθκια (Gagea Fibrosa), Αστερούθκια (Romulea Tempskyana), Καλαθρωπάτζια (Mandragora officinarum), Μή-με-Λησμόνει (Anagalis Arvensis)...τζαι άμαν τα ανακαλύψεις, ως που βρείσκεις παραπάνω θα βρείσκεις. Τζαι αν φοάσαι τα ΄γγάθκια να παρπατήσεις πας τες καφκάλλες, ή αν βαρκέσαι να τα καρτεράς να θθήσουν, γράψε τα λατινικά ονόματα πάνω στο Google Search (γι αυτόν σου τα έγραψα), επέλεξε εικόνες τζαι θα τα έβρεις μεγενθυνόμενα τζιόλας για να τα θαυμάσεις πιο εύκολα. Τζαι σέναν έτσι σε ήβρα πάνω στο ιντερνετ. Η ολιγότητα των πολλών που μας περιβάλλει δεν είναι μόνο πηγή θλίψης, είναι τζαι πηγή χαράς, γιατί διακρύνουμεν καλλύττερα τους την αρετήν έχοντες.

Τωρά εν η σειρά μου να τα ξαπολύσω τζαι να φύω. Αφήνω τα χλωρά τζαι τα νερά τα τρεξιμιά τζαι έρκουμε προς την κάψαν σας (Ελλάδαν) μέσω Βενετίας. Η αξία βλέπεις είναι ζήτημαν σπάνης. Εμάς τα όνειρα μας δακάτω σκοτώνει τα η υγρασία τζαι ερκούμαστεν κάτω να ξαναγεμώσουμεν τες παταρίες με βραστόν Λίβαν.