Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Δυο ξένοι


Πέρασα από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Θυμήθηκα τα σχολικά μας χρόνια που συγκεντρωνόμασταν, κάθε χρόνο και λιγότεροι, στις επετειακές εκδηλώσεις. Αναρωτιέμαι τι να απέγινε εκείνη η γενιά που, δασκαλεμένη με μισόλογα και επινοημένες αλήθειες, φώναζε για δικαιοσύνη, την ώρα που στις τράπεζες των διαπραγματεύσεων την γνώμη των δυνατών κανείς δεν μπορούσε να αλλάξει...


Με την πίκρα αυτών των σκέψεων να με συνοδεύει, περπάτησα τη νεκρή ζώνη για να φτάσω απέναντι. Εκεί, με περίμενε ένας αλλιώτικος κόσμος και οι άνθρωποι με τους οποίους είχαμε συνεννοηθεί να συναντηθούμε.

Ο Αλί γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '50. Ανήκει, δηλαδή, στη γενιά των πατεράδων μας. Αν τον συναντούσα οπουδήποτε στη δική μας πλευρά, θα περνούσε απαρατήρητος. Μελαχρινός, με μουστάκι, κάπως ευτραφής, με κουρασμένο βλέμμα. Όπως, οι δικοί μας.

Όση ώρα μιλούσαμε για επαγγελματικά θέματα, στο πίσω μέρος του μυαλού, είχα συνέχεια την εικόνα αυτών των δύο γενιών, Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων, που γεννήθηκαν στον ίδιο τόπο, κάτω από τον ίδιο ήλιο, ζουν σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων και όμως δεν συναντήθηκαν ποτέ. Είναι αυτή η γενιά που έζησε τη διακοινοτική βία, το φόβο και την καταπίεση. Σε άλλες περιόδους και υπό άλλες ιστορικές περιστάσεις βέβαια, αλλά με τα ίδια συντριπτικά αποτελέσματα. Προσπαθώ να φανταστώ τι θα γινόταν αν αυτοί οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία σήμερα να συναντηθούν. Νομίζω ότι το καντάρι του πόνου και της αδικίας δεν θα έγερνε στο μέρος κανενός, αφού ο καθένας τους θα είχε μια ιστορία θανάτου να αφηγηθεί. Κι αυτές δεν συμψηφίζονται....

Η γενιά αυτή μου φαίνεται κουρασμένη πια. Όσοι πίστεψαν ότι η επανένωση ήταν κοντά, έχουν απογοητευτεί και παρατηρούν τη διχοτόμηση να εμπεδώνεται μέρα με τη μέρα, μοιραίοι και ανίκανοι, ίσως παραιτημένοι κατά βάθος, να επιφέρουν μια αλλαγή.
Από αυτή τη γενιά, που έζησε διχασμένη, σαν δυο ξένοι στο ίδιο νησί, ίσως έχουμε να διδαχθούμε ένα απλό μάθημα πάνω στην ανθρώπινη φύση, στην πιο σκοτεινή, αλλά και στην πιο ζωοδότρα φύση της. Κι ίσως το μόνο που απομένει σε εμάς τους νεότερους είναι να τραβήξουμε τη γραμμή, να ορίσουμε το δικό μας "Ως εδώ" σε αυτή τη σχιζοφρενική κατάσταση.

Δεν τρέφω αυταπάτες, ούτε πασιφιστικές φαντασιώσεις. Όμως αδυνατώ να συμβιβαστώ μέσα μου με τη second best solution που μας προετοιμάζουν. Και για αυτό πιστεύω ότι αν απομένει να γίνει κάτι, η τελευταία κίνηση που ίσως σώσει την παρτίδα, αυτό πρέπει να γίνει από ανθρώπους της γενιάς μου, που μπορούν να ονειρευτούν μέσα από το ζόφο της περιρρέουσας ότι αυτήν την πατρίδα μπορούμε να τη ζήσουμε όλοι μαζί. Κι αν είναι να τα καταφέρουμε, ας γίνει για αυτή τη γενιά των πατεράδων μας, για να μπορέσει να προλάβει να δει την Κύπρο ενωμένη ξανά.

1 σχόλιο:

Aceras Anthropophorum είπε...

Βρε Νικόλα εγώ είμαι της γενιάς που δεν συνάντησεν ποτέ Τούρκο. Εγενήθηκα σε τουρκομαχαλλά το 63 από όπου εφύαμεν άρον άρον προσφυγες όταν ήμουν 6 μηνών. Δεν έπεξα με τα γειτονόπουλα μου τζιαι έκτοτε άλλαξα δεκάδες σπίθκια τζαι εξάνάγινα πρόσφυγας όταν ήμουν 10 χρονών. Η μόνη φορά που άγγιξα σιέριν Τούρκου ήταν όταν ήμουν 18 χρονών πάνω στην πράσινη γραμμή κοντά στο φυλάκιο της Φανερωμένης. Ήταν ένας έφεδρος αξιωματικός που έκαμεν παράνομες φιλίες με ένα φίλο μου που εφάκκαν 10 ώρες σκοπιάν την ημέρα στο φυλάκιο από την από δώ πλευράν. Για να μεν κινδυνέψει στρατοδικείο ο φίλος μου μου ανάθεσεν την αποστολή να πάω κρυφά η ώρα 2 το απόγευμα μέσα στον λάλλαρον όταν κοιμούνται ακόμα τζαι τα σκυλιά να μπώ μέσα στην νεκρή ζώνη τζαι να πιάσω κάτι χαρκιά που θα μου εδίαν ο εχθρός. Εκρύφτηκα σε έναν ακουστηκό φυλάκιο τζαι επερίμενα. Ήρτεν. Εψουψούρησεν μου κάτι απο το οποίον εξεχώρισα "arkadaş". Επέρασα το σιέριν μου που τη τρύπα του ακουστηκού φυλακίου. Όσον τζαι το εφόρεν. Εκάμαμεν ττόκκαν χωρίς να μπορέσω να δώ το πρόσωπον του. Έσφιξα του το σιέριν του τζαι ένωσα την φωθκιάν της διχοτόμησης να προχωρεί σαν τον ηλεκτρισμόν τζαι να φτάνει ώς την ψυσιήν μου. Τες κόλλες επέψαμεν τες της Έλλης Παιονίδου που ήταν λλίον πολλά ο μόνος άθρωπος στο Νότο που θα μπορούσεν να μεταφράσει ένα ποίημα που τα τούρτζικα. Ένα ποίημα αδερφοσύνης.

Παρόλον που Τούρκον δεν είδα, παρόλον που σχεδόν με σκότωσεν η θλίψη όταν είδα συντρόφους μου να ξαπολούν τον αγώναν μισόστρατα τζαι να λαλούν "η διχοτόμηση έμεινεν μας, να δούμεν τι κάμνουμεν ποδά τζαι δα", αν η γενιά σας βρει την δύναμη τζαι πει "Ως εδώ", να με λογαριάζεις για σύντροφο στην επανάσταση που θα κάμετε.