Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

Εθνική Υπνοφρουρά

«Μες σε σχολεία, μέσα σε πανεπιστήμια
Μέσα σε ωδεία, σε στρατούς και γυμναστήρια
Πέρασα χρόνια, άλλος μπήκα κι άλλος βγήκα»

Αλκίνοος Ιωαννίδης

Το μακρινό 1997, ανυποψίαστος για όσα θα ακολουθούσαν, έπαιξα στην αρμόζουσα ένταση για τελευταία φορά ένα τραγούδι από τις Τρύπες, που μιλούσε «για την πατρίδα κι όλους αυτούς που δεκάρα για σένα δεν δίνουν». Μετά, με κουρεμένη την ατίθαση κώμη, μαζί με άλλους ελληνόπαιδες που γεννήθηκαν την τελευταία χρονιά των seventies, δρασκελίσαμε την πύλη κάποιου ΚΕΝ.
Στη θητεία αυτή προλάβαμε να μάθουμε πολλά πράγματα, που ούτε τότε, ούτε και σήμερα, μας φάνηκαν χρήσιμα, όπως επί παραδείγματι το να διπλώνουμε σε «φάκελο» την κουβέρτα, να χτυπάμε με δύναμη τα G3 στους αριστερούς μας ώμους και να κάνουμε γωνία 45 μοιρών με τα πέλματά μας στη στάση του μεταλλαγμένου παραγγέλματος «πρ'σχη!». Μαζί με αυτά, ενσταλάχτηκε μέσα μας βίαια ο φόβος για την κάθε λογής εξουσία.
Στο φυλάκιο του Μπαρσάκ, ξεχασμένοι από θεούς, ανθρώπους και λοχαγούς οι μήνες περνούσαν ράθυμα από τις πόρτες που στήναμε στο τάβλι και κοντοστέκονταν βαριεστημένα μπροστά στην ημερήσια κατάσταση υπηρεσιών, 12-2 στα καύσιμα, 6-8 στην πύλη. Στο μεταξύ, η αίσθηση του τέλματος και της έλλειψης προοπτικής, βοηθούντος του στρατιωτικού παραλογισμού, σκλήριζε χίλια «Αλτ!» στα όνειρά μας.
Προλάβαμε, επίσης, να γνωρίσουμε μερικούς από τους πιο εγκάρδιους φίλους, που ακόμα και σήμερα, και παρόλο του ότι έχουμε χαθεί για πολλά χρόνια, οι σπάνιες και τυχαίες συναντήσεις μας είναι γεμάτες από μια άλλη αγάπη και εκείνη την αλλόκοτη αίσθηση αλληλεγγύης, που πλανιόταν παράταιρα πάνω από τα πυροβόλα της 190 Μοίρας Πυροβολικού….
Εικοσιέξι μήνες θητεία και εννιά μέρες φυλακή αργότερα, με το απολυτήριο ανά χείρας, με λίγη αμηχανία και πολύ προσμονή έβγαζα για τελευταία φορά τα φθαρμένα άρβυλα μου και φόρτωνα ιδέες, προσμονή και πόθους στο πρώτο αεροπλάνο για τη Θεσσαλονίκη. Κατά παραδοχή της οικογενειακής ομήγυρης, είχα γίνει άντρας πια, κάτι που αναντίλεκτα θα μπορούσε να αποδείξει το –πλέον- δασύτριχο στήθος μου. Μέχρι σήμερα διατηρώ ζωηρές αμφιβολίες για το κατά πόσο ο στρατός υπήρξε η μαμμή του ανδρισμού μου, αλλά η περί του εναντίον υπόθεση δεν μπορεί παρά να αποδειχτεί σε μια από τις επόμενες ζωές.
Έκτοτε, αμέτρητες αφηγήσεις περιστατικών έχουν συντροφεύσει τις οινοποσίες και τις συνάξεις με φίλους και γνωστούς, οι ιστορίες των αλφάδων έχουν προκαλέσει άφθονο γέλιο στους άρρενες και τα καμώματα των μονιμάδων βαθιά χασμουρητά στις κοπέλες της παρέας. Αν θα έπρεπε να θυμηθώ μια βαθιά και μελαγχολική στιγμή από εκείνα τα χρόνια, θα έπρεπε να συγκεντρωθώ πολύ κι είμαι σίγουρος ότι πια δεν θα μου προκαλεί παρά μόνο ένα στιγμιαίο πικρό χαμόγελο, μα τίποτα περισσότερο. Ωστόσο, πιο πολύ νόημα πια, έχει να ανακαλέσω εκείνες τις στιγμές που με έδεσαν για πάντα με φίλους αδερφικούς.
Ξέρω ότι αν μας δινόταν τότε μια ευκαιρία, πολλοί από εμάς, πολύ πιθανόν κι ο γράφων, να αποφεύγαμε τη στράτευση. Τα πράγματα ήρθαν αλλιώς, και κόντρα στην πρόσφατη υστερία των αναστολών και των τρελόχαρτων, οι «σειράες» μπορούν ακόμη να μοιράζονται τις στρατιωτικές τους ιστορίες και τα λόγια τους να κάνουν νυχτερινές εφόδους σε όλο αυτό το συρφετό των υπερπατριωτών και των γιαλαντζί Ι-5….

Δεν υπάρχουν σχόλια: